Βεβαίως, τι να λέμε τώρα! Οι επισκέπτες στις μέρες μας είναι τόσο ανώμαλοι. Πρέπει να προσέχεις όλη την ώρα. Να φορέσουν, για παράδειγμα, το δικό τους παλτό. Και να μη σουφρώσουν το σκούφο από αστρακάν που κρέμεται στο χολ.

Το φαγητό, φυσικά, ας το πάρει, αν θέλει, κάποιος. Όμως ποιος ο λόγος να το τυλίξει στην πετσέτα; Είναι περιττό. Δεν μπορείς να τα παρακολουθείς όλα, τελικά. Έτσι, οι επισκέπτες μπορούν μέσα σε δυο βραδιές να σηκώσουν όλα σου τα υπάρχοντα, μαζί με το κρεβάτι και τον μπουφέ. Τέτοιοι είναι τη σήμερον ημέρα οι επισκέπτες!

Στις γιορτές αυτές, ένα σχετικό περιστατικό συνέβη με κάτι γνωστούς μου. Είχαν καλέσει για τα Χριστούγεννα καμιά δεκαπενταριά από τους πιο διαφορετικούς ανθρώπους. Ήταν ανάμεσά τους κυρίες και μη κυρίες, αυτοί που πίνουν και εκείνοι που το τσούζουν για τα καλά.
Η βραδιά ήταν μετά φαγητού. Μόνο για το φαγοπότι ξοδεύτηκαν κοντά στα εφτά ρούβλια. Το ποτό ήταν ρεφενέ. Από δυόμισι ρούβλια το κεφάλι. Οι κυρίες δωρεάν. Αν και αυτό, θα πρέπει να πω, είναι εντελώς βλακώδες. Υπάρχουν κυρίες οι οποίες κατεβάζουν τόσο αλκοόλ, που δεν μπορεί να τους παραβγεί κανένας άντρας. Ας μην μπούμε όμως σε τέτοιες λεπτομέρειες, και χαλάσουμε τα νεύρα μας. Αυτό είναι θέμα των οικοδεσποτών. Εκείνοι ξέρουν καλύτερα. Οικοδεσπότες ήταν τρεις. Το ζεύγος Ζεφίροφ και ο γέρος τους, ο πατέρας της συζύγου, Εβντοκίμιτς. Ίσως να τον είχαν καλέσει επί τούτου, να παρακολουθεί τους επισκέπτες.

«Οι τρεις μας», σκέφτηκαν, «θα μπορούμε μια χαρά να παρακολουθούμε τους επισκέπτες. Καθέναν ξεχωριστά».
Άρχισαν, λοιπόν, να παρακολουθούν.

Πρώτος εξουδετερώθηκε ο Εβντοκίμιτς. Ο γέρος, να του δίνει ο Θεός υγεία και ευτυχισμένα γεράματα, στα πρώτα πέντε λεπτά χλαπάκιασε και ήπιε τόσο που δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Καθόταν λοιπόν με το μάτι να παίζει ένα γύρο πονηρά, και σιγοψιθύριζε κάποια πολύ ειδικά πραγματάκια στις κυρίες.

Ο οικοδεσπότης του σπιτιού, ο Ζεφίροφ, στενοχωρήθηκε, χάλασε η διάθεσή του από το μεθύσι του πατέρα κι άρχισε να περιφέρεται στο διαμέρισμα και να προσέχει, πώς και τι, μπας και γίνουν τίποτα παρατράγουδα. Προς τα μεσάνυχτα όμως, από τη στενοχώρια, είχε γίνει κι ο ίδιος λιώμα. Τον πήρε ο ύπνος σε ένα εμφανές σε όλους σημείο, στην τραπεζαρία, πάνω στο περβάζι του παραθύρου. Εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι του είχε πέσει στο κεφάλι μια καδραρισμένη φωτογραφία και επί τρεις βδομάδες κυκλοφορούσε πρησμένος.

Οι επισκέπτες, αφού χλαπάκιασαν μέχρι σκασμού, το ‘ριξαν στο παιχνίδι και στη διασκέδαση. Άρχισαν οι τυφλόμυγες, το κρυφτό, το χαρτάκι. Στη διάρκεια των χαρτιών ανοίγει η πόρτα, μπαίνει η μαντάμ Ζεφίροβα, άσπρη σαν πεθαμένη, και λέει:

«Αυτό είναι καθαρό αίσχος! Κάποιος ξεβίδωσε στην τουαλέτα την ηλεκτρική λάμπα, είκοσι πέντε κηρίων. Μα, στ’ αλήθεια, δεν πρέπει τελικά να αφήνεις τους επισκέπτες να πηγαίνουν στο μπάνιο».

Σηκώθηκε τότε θόρυβος και μεγάλη ταραχή. Ο μπαμπάς Εβντοκίμιτς ξεμέθυσε, στο λεπτό, άρχισε να τριγυρνάει και να ψαχουλεύει τους επισκέπτες. Οι κυρίες, αναμφίβολα, εξανέστησαν, δεν του επέτρεψαν να τις πασπατέψει.

«Στην έσχατη περίπτωση», λένε, «ψάξτε τους άντρες, όχι εμάς».

Και τότε οι άντρες λένε:
«Αν είναι έτσι, ας κάνουμε κανονική έρευνα».
Πήραν όλα τα μέτρα. Έκλεισαν τις πόρτες. Άρχισαν να κάνουν σωματική έρευνα. Οι επισκέπτες, αυτοβούλως και με τη σειρά, αναποδογύριζαν τις τσέπες τους, ξεκούμπωναν τις μπλούζες τους και τα παντελόνια τους, έβγαζαν τις μπότες τους. Αλλά, εκτός από κάτι σάντουιτς και μισό μπουκάλι μαδέρα, δύο ρακοπότηρα και μια καράφα, τίποτα το μεμπτό δε βρέθηκε.

Η οικοδέσποινα, η μαντάμ Ζεφίροβα, άρχισε να ζητά θερμές συγγνώμες — που να, φούντωσε και έριξε υπόνοιες σε μια τόσο εκλεκτή κοινωνία. Διατύπωσε μάλιστα την υπόθεση ότι κάποιος απρόσκλητος πέρασε από το μπάνιο και ξεβίδωσε το λαμπτήρα.
Ωστόσο, η βραδιά είχε καταστραφεί. Κανένας δεν ήθελε πια να παίξει χαρτιά, ο χορός με συνοδεία μπαλαλάικας επίσης χάλασε, και οι επισκέπτες άρχισαν στα κλεφτά να αποχωρούν.

Το πρωί, όταν ο οικοδεσπότης ξύπνησε κι έτριψε τα μάτια του, τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Αποδείχτηκε ότι ο νοικοκύρης, από φόβο πως κάποιοι εκφυλισμένοι επισκέπτες μπορούσαν να λιμπιστούν τη λάμπα, την ξεβίδωσε και την έβαλε στην τσέπη του σακακιού του.
Όπου και έσπασε. Φαίνεται ότι ο νοικοκύρης ξάπλωσε πάνω στη λάμπα, όταν τον πήρε ο ύπνος πάνω στο περβάζι.

Μιχαήλ Ζοσένκο

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments