Βολεμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, χάζευε έξω μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη. Όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Σε τρεις μέρες θα ’μπαιναν οι τελικές υπογραφές και το υπόλοιπο του λογαριασμού του θα γινόταν και πάλι επταψήφιο.

Βέβαια, δεν ήταν εποχές για κραυγαλέα ποσά και θα ’πρεπε να τα διασπείρει άμεσα. Είχαν πυκνώσει οι έλεγχοι. Άσε τους δημοσιογράφους που από τότε που μυρίστηκαν τη συμφωνία αφηνίασαν! Ξεσήκωσαν και τον κόσμο. «Πώς τόλμησε! Ο προδότης! Ο Ιούδας!» «Στραβά θα τους πάει να μπουν τριάντα εκατομμύρια στα ταμεία;», αναρωτήθηκε. «Αφήνεις τέτοια ευκαιρία για τα παλιομάρμαρα; Βρε δεν πα’ να λένε! Θα ξεχαστεί κι αυτό…» Η ουσία ήταν ότι έκανε τη συμφωνία της ζωής του. Ο «μεγάλος» ήταν ευχαριστημένος μαζί του και στον ανασχηματισμό το Οικονομικών το ’χε στο τσεπάκι. Αν δεν είχε να πάει και στη λιτανεία απόψε, θα ’ταν πανευτυχής! Τί την ήθελε την ατραξιόν το παπαδαριό; Τους έδωσε και την άδεια. Να τα τώρα! Λύσσαξε ο γερμανός να πάρει γεύση από Επιτάφιο στην Ακρόπολη! Γεύση από γιαούρτι θα παίρνανε μετά ψαλμών και ύμνων από τας γενεάς πάσας… Ίδρωσε να τον μεταπείσει –να μπαίνανε οι τζίφρες και μετά τον πήγαινε όπου ήθελε- αλλά εκείνος ανένδοτος! Σάμπως είχε φάει κεσεδάκι πρόβειο στη μούρη να δει τη γλύκα;

Ανεβαίνοντας την Ακαδημίας, στη διασταύρωση με τη Βασιλίσσης Σοφίας, το αυτοκίνητο σταμάτησε στο φανάρι, μπροστά στο «μαγαζί», όπως τ’ αποκαλούσε. Το μάτι του πήρε κάποιες πανύψηλες γυναίκες απέναντι, παράταιρες με τους υπόλοιπους, να κατηφορίζουν προς το Σύνταγμα. Έγειρε προς το τζάμι, να δει καλύτερα. Μα ναι, αυτές ήταν ντυμένες…Πόντιες! «Άλλο και τούτο! Καλά, τέτοια μέρα κάνουν χορευτικές εκδηλώσεις; Ό,τι του ’ρθει του καθενός! Σάμπως βγάζεις άκρη μ’ αυτόν τον λαό; Δε βγάζεις!»

Ο παπα-Μιχάλης έριχνε τις τελευταίες ματιές στο χώρο, να βεβαιωθεί πως όλα ήταν έτοιμα για την αποψινή ακολουθία. Το βλέμμα του στάθηκε στην εικόνα του Άι-Δημήτρη που αιωρούνταν – μαχητικός καβαλάρης- πάνω απ’ το εκκλησάκι του Λουμπαρδιάρη και τον Παρθενώνα. «Τα καταφέραμε…», του είπε συνωμοτικά. Πόσες αντιρρήσεις δεν του πρόβαλαν, πόσα προβλήματα δεν προέκυψαν… Απ’ τον τάχα ειδωλολατρικό χαρακτήρα της λιτανείας μέχρι την άδεια του Υπουργείου για πρόσβαση στα Προπύλαια… Και στο τέλος, όταν όλα λύθηκαν, ιδιοποιήθηκαν την ιδέα του για να προβληθούν… Μα δεν τον ένοιαζε. Ο στόχος να επιτυγχανόταν και τα υπόλοιπα περίττευαν.

Πλησίαζε προς την πόρτα, έτοιμος να φύγει, όταν ένα θέαμα εξωπραγματικό τον καθήλωσε. Γύρω απ’ τον Επιτάφιο στέκονταν άντρες ψηλοί, γεροδεμένοι, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι προς το θείο μνήμα. Μακεδόνας γέννημα-θρέμμα, αναγνώρισε αμέσως τη φορεσιά τους· Μακεδονομάχοι. Ρίγη διαπέρασαν το γέρικο κορμί του, η αναπνοή του κόπηκε. Ανοιγόκλεινε τα μάτια να σιγουρευτεί γι’ αυτό που αντίκρυζε. Ήταν βέβαιος πως δεν είχε μπει κανείς στην εκκλησία τόση ώρα. Έκανε να φωνάξει, μα να φωνάξει τί; Έτσι που έστεκαν ακίνητοι και θλιμμένοι, του επέβαλαν σιωπή. Όταν η αναπνοή του βρήκε τον ρυθμό της, ένιωσε βέβαιος· δεν ήταν παραίσθηση. Το κακό πλησίαζε κι ο Θεός έστελνε τα σημάδια του.
Άνοιξε η πόρτα, ένα δυνατό ρεύμα εισέβαλε στο χώρο κι έσβησε τα κεριά. Κοίταξε προς την είσοδο. Μια γυναίκα έμπαινε στην εκκλησία με το παιδί της. Έστρεψε ξανά το βλέμμα στον Επιτάφιο, μα αυτή τη φορά τον είδε ασυντρόφευτο, έρημο μνήμα του ενός που θυσιάζεται για τη σωτηρία των πολλών…
Έκανε το σταυρό του και βγήκε στο προαύλιο.

-Έχασα τίποτα;
-Ξαναεμφανίστηκαν οι κρητικοί, στου Φιλοπάππου αυτή τη φορά. Κάποιος τους φώναξε κι αυτοί …
-Κι αυτοί τί;
– …«Εξατμίστηκαν» είπε.
-Άντε πάλι! Μας τα ’χουνε ζαλίσει! Τη μια μακεδόνες με φουστανέλες, την άλλη κρητικοί με βράκες… Τί το κάναμε; «Κυριακή στο χωριό»;
-Μάκη, είναι ένοπλοι κι εμφανίζονται όλο και συχνότερα. Δεν είναι τυχαίο!
-Και βέβαια δεν είναι! Έχουνε λαλήσει όλοι με τα μέτρα, τα «παίξανε» και με τη νηστεία και βλέπουνε διάφορα! Είναι δυνατόν, ρε Γιώργο, να τους παίρνουμε στα σοβαρά και να τρέχουμε σα μαλάκες πέρα δώθε; Αν δεν ήταν ο «από πάνω» να με πρήζει, σιγά μην αμολούσα τους δικούς μας να κυνηγάνε…αέρα κοπανιστό!
Άναψε τσιγάρο, σαν ν’ άναβε φιτίλι ν’ ανατινάξει την καρέκλα του «από πάνω» με τον «από πάνω» μαζί και στην πρώτη ρουφηξιά βγήκε φουριόζικα απ’ την αίθουσα.

Ο Γιώργος έμεινε ώρα πολλή μπροστά στο χάρτη, μ’ ένα σωρό ερωτήματα να τον τριβελίζουν. Τί ήταν επιτέλους αυτοί; Νέα τρομοκρατική οργάνωση; Καινούρια φρούτα ακροδεξιών; Κι εμφανίζονταν ένοπλοι τόσο απροκάλυπτα κι εξαφανίζονταν έτσι αστραπιαία; Γιατί δεν είχαν χτυπήσει ακόμα; Τί σκόπευαν να κάνουν; Κοιτούσε επίμονα τις κόκκινες πινέζες καρφωμένες στα σημεία που υποδείκνυαν οι μαρτυρίες.

Αραιές στα προάστια, πιο πυκνές στο κέντρο. Όλο και πιο πυκνές στο κέντρο…
Αυτό ήταν! Ακαριαία η εικόνα ξεκαθάρισε μπροστά του. «Στους επιτάφιους!», αναφώνησε. Κοίταξε το ρολόι του. «Όχι, ρε γαμώτο!» Σε λίγα λεπτά ξεκινούσαν οι λιτανείες. Σήκωσε το ακουστικό. «Μάκη, έλα γρήγορα! Θα χτυπήσουν στην Ακρόπολη!»

Το φως της μέρας είχε πέσει από ώρα. Ο ουρανός ήταν σκυθρωπός, όπως το ’θελε η παράδοση τη Μεγάλη Παρασκευή, μόνο που το πρωινό χλωμό του χρώμα ήταν τώρα κοκκινωπό, λες και μια φωτιά μαινόταν κάπου πίσω απ’ τα σύννεφα. Οι καμπάνες ηχούσαν πένθιμα και τα πλήθη από τον πεζόδρομο της Αρεοπαγίτου και της Αποστόλου Παύλου, τη Θεωρίας και τα στενά των Αναφιώτικων, έζωναν τον Ιερό Βράχο. Ρεύματα αντίρροπα σχηματίζονταν στους δρόμους, καθώς άλλοι κινούνταν δυτικά προς τον Άι-Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη και την Αγια-Μαρίνα κι άλλοι ανατολικά, προς τον Άι-Νικόλα τον Ραγκαβά και τους Αγίους Αναργύρους, το μετόχι του Παναγίου Τάφου. Οι επιτάφιοι αυτών των εκκλησιών θα συναντιόνταν αργότερα στην είσοδο της Ακρόπολης για ν’ ανηφορίσουν μόνο με κλήρο κι επισήμους μέχρι τα Προπύλαια. Η πρωτοφανής λιτανεία είχε τραβήξει τα βλέμματα όχι μόνο των Αθηναίων, αλλά όλων των Ελλήνων, ακόμα και των ξένων, καθώς τα σενάρια για «ξεπούλημα» του ιερού λόφου σε ξένους παράγοντες είχαν φουντώσει.

Μπροστά στον «Διόνυσο» βανάκια καναλιών, περιπολικά, δυο ασθενοφόρα και πλείστοι ένστολοι διασκορπισμένοι στην ευρύτερη περιοχή. Το πλήθος ετερόκλητο. Θρησκευόμενοι με τα κεριά και τις «Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος» στο χέρι, νεαρές με τα ξώμεσα και τα δεκάποντα μποτίνια που τα ’βρισκαν μπαστούνια στα καλντερίμια των στενών, νεαροί με τις ψηφιακές, έτοιμοι ν’ απαθανατίσουν το χάπενιγκ, άλλοι με τα κινητά να δίνουν τις συντεταγμένες τους σε φίλους, και τουρίστες που χάζευαν το τοπικό έθιμο εν εξελίξει.

Ανάμεσά τους, ένα μπουλούκι μαυροφόρες με ηλιοκαμμένα πρόσωπα ανηφόριζαν την Αποστόλου Παύλου σιγοτραγουδώντας στίχους αλλιώτικους.

«Πού νομίζουν ότι βρίσκονται αυτές;», αναρωτήθηκε μία που προπορευόταν, ήδη ενοχλημένη απ’ την περίσσια ενέργεια του πλήθους –πιο ταιριαστή σε πανηγύρι παρά σε μέρα πένθους. Δίπλα ο άντρας της, απορροφημένος στις σκέψεις του, περπατούσε σιωπηλός. Κανείς δε φάνηκε να προσέχει πόσο αφύσικα άνετα κινούνταν εκείνες οι γυναίκες μέσα στο συνωστισμό· χωρίς ν’ αγγίξουν κανέναν κι από κανέναν να μην αγγιχτούν…
Κουτσομπολιά, ιατρικά ανακοινωθέντα, δελτία διαρρήξεων της κάθε γειτονιάς, ενθουσιώδη συναπαντήματα παλιών φίλων έπνιγαν τους στίχους στο βουητό τους κι οι λίγοι που σώζονταν έφταναν σχεδόν ακατάληπτοι στ’αυτιά των πιο κοντινών: «…πολεμώντα ετσεί πεσαίνει ο γένο…»

«Αν είναι δυνατόν! Μα τί τραγουδάνε τέτοιες ώρες;», επέμεινε η γυναίκα.
Η φωνή του άντρα της ακούστηκε σπασμένη και βραχνή: «Γραικάνικα…»

Στράφηκε να τις ξανακοιτάξει, όμως είχαν γίνει άφαντες. Κάπου θα ξέμειναν ή θα λοξοδρόμησαν και το πλήθος προσπέρασε.

Ο λευκοντυμένος Επιτάφιος των Αγίων Αναργύρων πρόβαλε στη Θεωρίας. Οι θλιμμένες ψαλμωδίες υψώνονταν με το ανοιξιάτικο αεράκι μέχρι τα τείχη της Ακρόπολης και κατακάθιζαν πάνω στις στέγες των πλακιώτικων σπιτιών. Πίσω απ’ τον κλήρο, κορδωμένοι οι εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας, η αρχή της πόλης και κάποιοι ξένοι αντιπρόσωποι, όλοι μετά των ακολούθων τους, τόσων που τα εγκώμια από την κορυφή της πομπής ούτε που έφταναν στ’ αυτιά του κόσμου.

Κάπου στο ύψος της αρχαίας αγοράς ήταν όταν μέσ’ απ’ το πλήθος αναδύθηκε μια μελωδία αλλιώτικη από κείνη των ψαλτάδων, με λόγια που, όσο οι φωνές δυνάμωναν, ξεκαθάριζαν: «…μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μαναστήρεα…»
Οκτώ γυναίκες πανύψηλες, ορθόκορμες, με παραδοσιακές φορεσιές κι ασημοντυμένα τεπελίκια στο κεφάλι, προσπερνούσαν αργά-αργά τον κόσμο που παραμέριζε απορημένος, τους επισήμους, τον υπουργό, τους παρατρεχάμενούς του και τους κληρικούς και κινούνταν προς τον Επιτάφιο. Οι φωνές τους ηχούσαν πια τόσο δυνατά που οι ψαλμωδίες σταμάτησαν.

Ύψωναν το μοιρολόι πιο ψηλά απ’ τα τείχη, μέχρι τον Παρθενώνα, σαν να ’θελαν να στείλουν στην Παλλάδα το θλιβερό μαντάτο: «Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν…»

Ο γερμανός, ενθουσιασμένος με όσα έβλεπε κι άκουγε, νομίζοντάς τα σκηνοθετημένες εκδηλώσεις, βομβάρδιζε μ’ερωτήσεις τον έλληνα υπουργό. Εκείνος, όμως, που ένα λεπτό πριν ενημερώθηκε από έναν ένστολο πως μια τρομοκρατική επίθεση ήταν πιθανή ανά πάσα στιγμή, διόλου δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του ξένου. Κάτωχρος, μην μπορώντας να κάνει πίσω, προσπαθούσε να κρύψει τον φόβο του και να εξηγήσει τ’ ανεξήγητα.

«…η Ρωμανία πάρθεν…», ένας απόηχος έφτασε σαν κύμα αργό στ’ αυτιά του κόσμου που ανηφόριζε την Αρεοπαγίτου ακολουθώντας τον επιτάφιο του Άι-Νικόλα του Ραγκαβά. Έστρεψαν όλοι τα κεφάλια προς τον Ιερό Βράχο να δουν από πού έρχονταν οι φωνές. Πάνω στους κίονες διαγράφονταν γιγάντιες σκιές που αργοσάλευαν, σκιές αντρών με όπλα στα χέρια. Φάνταζαν σαν τρομεροί φρουροί, έτοιμοι να χυθούν στη μάχη να προστατέψουν τον ναό της Αθηνάς. Ο κόσμος κοιτούσε έκθαμβος.

«Ρε μας πήραν και τα σώβρακα και σκορπάνε τα λεφτά μας στα εφέ;», ακούστηκε ένας αγανακτισμένος. «Αθήνα 2004 το κάνανε! Ετοιμαστείτε για τη λυπητερή!», ένας άλλος. Κινητά και κάμερες επιστρατεύτηκαν για ν’ απαθανατίσουν το μοναδικό θέαμα. Προς απογοήτευση, όμως, κι απορία των κατόχων τους, όταν κοίταξαν τις φωτογραφίες στις οθόνες τους, σκιές στους κίονες δεν υπήρχαν.

Σαν οικοδεσπότης, ο δαφνοστόλιστος Επιτάφιος του Άι-Δημήτρη είχε προβάλει στη συμβολή Αρεοπαγίτου κι Αποστόλου Παύλου, περιμένοντας την Αγια-Μαρίνα και τον Άι-Νικόλα ν’ ανηφορίσουν όλοι μαζί μέχρι την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου. Εκεί θα συναντούσαν τους Αναργύρους.

Μαζί με τους επιταφίους, σμίξανε κι οι ψαλμωδίες κλήρου και λαού. Το μοιρολόι της Παναγίας ακούστηκε σιγανό και πονεμένο στη ρίζα του βράχου: «…γλυκύτατό μου τέκνο, πού έδυ σου το κάλλος;…»

Κάποιων τα μάτια θάμπωσαν. Ίσως στον νου τους ν’ αντήχησε η φωνή της Ελλάδας που μοιρολογούσε το χαμό του δικού της μονάκριβου τέκνου. Κι εκείνο, λες κι ένιωσε τον πόνο της, σκίρτησε. Οι γιγάντιες σκιές σάλεψαν πίσω απ’ τους κίονες των Προπυλαίων και βροντερές φωνές, σαν να ’βγαιναν απ’ τα ίδια τα μάρμαρα γέμισαν τον αέρα: «Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου κι αν έρθουν και δικοί μας… να μην τους πεις κι απόθανα να τους βαροκαρδίσεις…»

Τα σύννεφα ράγισαν. Η φωτιά που μαινόταν πίσω τους τώρα έγλειφε τις ρωγμές. Ο λόφος δονούνταν. Κύματα ρίγους σάρωναν τη λαοθάλασσα γύρω απ’ την Ακρόπολη. Έστεκαν όλοι με το βλέμμα ψηλά, παραδομένοι στη συγκίνηση, στη λαχτάρα τους για το θαύμα… Ο νους δεν ήθελε πια να εξηγήσει.

Οι αστυνομικοί είχαν πάρει σήμα να συσπειρωθούν μέσα κι έξω απ’ την είσοδο. Αυτοί που βρίσκονταν πάνω στο λόφο καθησύχασαν τους ανωτέρους τους πως δεν υπήρχε κίνδυνος. Ο παπα-Μιχάλης πετάχτηκε μπροστά ξεκουνώντας τους σαστισμένους κληρικούς κι οδήγησε τα παπαδάκια του Άι-Δημήτρη μέσα στον αρχαιολογικό χώρο. Προχωρούσε θαρρετά, αποφασισμένος. Όταν τα παιδιά άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια προς τα Προπύλαια, η συνοδεία του επιταφίου των Αγίων Αναργύρων, κάπως ξεθαρρεμένη τώρα, ετοιμαζόταν να μπει κι αυτή στο χώρο.

Ο υπουργός προχωρούσε με πόδια τρεμάμενα και πλάι του ο γερμανός αμίλητος, αφού πια απαντήσεις δεν έπαιρνε.
Με το που πάτησαν στα ιερά χώματα, σαν να ’δωσε σινιάλο ο Λουμπαρδιάρης, ακούστηκε βουητό πίσω απ’ τους κίονες και στην κορφή της σκάλας ξεπρόβαλαν Μακεδόνες με τις φουστανέλες, τα φισεκλίκια σταυρωτά στο στήθος και τα τουφέκια τους και Κρητικοί βρακοφόροι, με τ’ ασημομάχαιρα και τους σισανέδες τους. Χύνονταν στα σκαλοπάτια σαν άγγελοι πολεμιστές και κινούνταν απειλητικά προς τους εισβολείς. Τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα στο χέρι τρομοκρατήθηκαν και γύρισαν να φύγουν, όπως κι όλοι παραπίσω, μα ο παπα-Μιχάλης, που αναγνώρισε δεύτερη φορά τους Μακεδονομάχους του, πετάχτηκε δυο σκαλιά πιο πάνω να τα καθησυχάσει. Μια σφαίρα σφύριξε στον αέρα απ’ τ’ όπλο κάποιου αστυνομικού που στόχευε το στήθος ενός Μακεδόνα. Έν’ άλλο στήθος, Μακεδόνα κι αυτό, τη σταμάτησε.

Κάποτε, ο τούρκος φρούραρχος της Ακρόπολης, έβαλε στόχο να βομβαρδίσει απ’ τα Προπύλαια, ανήμερα του Άι-Δημήτρη, το εκκλησάκι του και τους πιστούς του. Μα η Παλλάδα ζήτησε απ’ τον πατέρα της να ρίξει κεραυνό ν’ ανατινάξει το κανόνι και τον πασά. Έτσι κι έγινε. Φαίνεται πως ο άγιος δεν ξέχασε το χρέος του.

Όταν στα 2012 ο πολύπαθος ναός της Αθηνάς κινδύνευσε, ο θρύλος λέει πως ο άγιος καβάλησε τ’ άλογό του κι έτρεξε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καλώντας Έλληνες κι Ελληνίδες να προασπίσουν τον ναό, το Φρούριό τους. Κι ήρθαν Μακεδόνες απ’ το Βορρά και Πόντιες απ’ την Ανατολή και Κρητικοί απ’ το Νότο και Γραικάνες απ’ τη Δύση να διώξουν τους εχθρούς. Έστειλε κι ο Άγιος τον υπηρέτη του να πολεμήσει στο πλευρό τους. Κι εκείνος πρόθυμα θυσιάστηκε για να σώσει τους συμπολεμιστές του και την Εκκλησιά της Αγια-Αθηνάς.

Να ’ναι αλήθεια, άραγε; Ή μήπως ο Μάκης είχε δίκιο εξ αρχής; «Δε στα ’λεγα, ρε Γιώργο; Αέρα κοπανιστό κυνηγούσαμε… Αέρα κοπανιστό… Τσάμπα πήγε ο παπάς…»

Το βέβαιο είναι πως πόδι ιερόσυλου δεν πάτησε εκείνη τη βραδιά στην Ακρόπολη. Ούτε η συμφωνία υπογράφηκε τρεις μέρες μετά. Αναβλήθηκε προς αποφυγή εντάσεων μέχρι νεωτέρας… Για τον παπα-Μιχάλη είπαν επίσημα πως η γέρικη καρδιά του δεν άντεξε την ταραχή. Βολικό, αφού όλοι είχαν στραφεί πανικόβλητοι προς την έξοδο. Αυτόπτες μάρτυρες ήταν μόνο τα παιδιά.

Πάντως, για καιρό μετά, όταν το φως της μέρας έπεφτε, διαγράφονταν κάπου-κάπου σκιές πάνω στους κίονες, που παιχνίδιζαν με το φως των προβολέων και φωνές απόμακρες ακούγονταν να διαλαλούν:

«Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο!»

Αν είστε τυχεροί, μπορεί κι εσείς να τις ακούσετε κάποια ανοιξιάτικη βραδιά!

της Μαρίας Χριστινάκη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments