Έρμαν Έσσε
(Ένα ερωτικό παραμύθι)

Δεν πρόλαβε ο Πίκτορ να διαβεί τον Παράδεισο, και στεκόταν κιόλας μπροστά σ’ ένα δέντρο, που ήταν ταυτόχρονα άνδρας και γυναίκα. Ο Πίκτορ χαιρέτησε το δέντρο με σεβασμό και ρώτησε: «Εσύ είσαι το δέντρο της ζωής;» Όταν, όμως, αντί για το δέντρο, θέλησε το φίδι να του απαντήσει, ο Πίκτορ έκανε στροφή και πήγε παραπέρα. Δε χόρταιναν τα μάτια του· όλα τού άρεσαν πολύ. Ένιωθε καθαρά ότι βρισκόταν στον τόπο όπου γεννιέται και πηγάζει η ζωή.
Ύστερα είδε πάλι ένα δέντρο, που ήταν ταυτόχρονα ήλιος και φεγγάρι.
Είπε ο Πίκτορ: «Είσαι το δέντρο της ζωής;»
Ο ήλιος κούνησε το κεφάλι και γέλασε, το φεγγάρι κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε. Τα πιο θαυμαστά άνθη τον κοίταξαν τότε, με κάθε λογής χρώματα και φώτα, με κάθε λογής μάτια και πρόσωπα. Μερικά κούνησαν το κεφάλι και γέλασαν, μερικά κούνησαν το κεφάλι και χαμογέλασαν, άλλα δεν κούνησαν το κεφάλι και δεν χαμογέλασαν: σιωπούσαν μεθυσμένα κι απορροφημένα, σα να’ χαν πνιγεί μέσα στο ίδιο τους το άρωμα. Το ένα τραγουδούσε το μενεξεδί τραγούδι, το άλλο τραγουδούσε το βαθύ γαλάζιο νανούρισμα. Ένα από τα άνθη είχε μεγάλα γαλάζια μάτια, ενώ ένα άλλο θύμιζε στον Πίκτορ την πρώτη του αγάπη. Κάποιο μύριζε όπως ο κήπος της παιδικής ηλικίας, κι η γλυκιά του ευωδιά ηχούσε όπως η φωνή της μητέρας. Κάποιο άλλο του χαμογέλασε και του’ βγαζε καμπυλωτή την κόκκινη γλώσσα του. Ο Πίκτορ την έγλειφε: είχε μια έντονη και άγρια γεύση από ρετσίνι και μέλι, κι απ’ το φιλί μιας γυναίκας.
Ο Πίκτορ στεκόταν σ’ όλα τα λουλούδια, γεμάτος επιθυμία και αδήμονη χαρά. Η καρδιά του σα να’ ταν καμπάνα, χτυπούσε βαριά, χτυπούσε δυνατά – τον έκαιγε η λαχτάρα για το άγνωστο, για τα μαγευτικά πράγματα που προαισθανόταν.

Ο Πίκτορ είδε ένα πουλί να κάθεται· το’ δε στο γρασίδι και ν’ αστραποβαλάει χρώματα, γιατί έμοιαζε σα να’ χε πάνω του τα χρώματα όλα. Κι ο Πίκτορ ρώτησε το όμορφο πουλί: «Πουλί, πού βρίσκεται λοιπόν η ευτυχία;»
«Η ευτυχία;» είπε το όμορφο πουλί και γέλασε με το χρυσό ράμφος του. «Η ευτυχία, φίλε μου, είναι παντού · στο βουνό, στον αγρό, στο άνθος και στον κρύσταλλο.»
Κι αφού είπε αυτά τα λόγια το χαρωπό πουλί τίναξε το φτέρωμά του, στριφογύρισε το λαιμό του, ταλάντευσε την ουρά του, ανοιγόκλεισε τα μάτια του, γέλασε άλλη μια φορά, κι ύστερα έμεινε ακίνητο, καθισμένο σιωπηλό στο γρασίδι, και να: το πουλί μεταμορφώθηκε σ’ ‘ένα πολύχρωμο λουλούδι· τα φτερά σε φύλλα· τα νύχια σε ρίζες. Μέσα στις λάμψεις των χρωμάτων και στη μέση του χορού, το πουλί έγινε φυτό. Έκθαμβος κοίταζε ο Πίκτορ.
Κι αμέσως ύστερα, το λουλουδοπούλι κούνησε τα φύλλα και τους στήμονές του, βαρέθηκε κιόλας το βασίλειο των λουλουδιών, δεν είχε πια ρίζες, κουνήθηκε ελαφρά, αιωρήθηκε αργά προς τα πάνω και μεταμορφώθηκε σε μια λαμπρή πεταλούδα που μετεωριζόταν χωρίς βάρος- πέρα ως πέρα φως, πέρα ως πέρα ένα φωτεινό πρόσωπο. Ο Πίκτορ άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.
Η νέα πεταλούδα, η χαρωπή λουλουδοπουλοπεταλούδα με το πολύχρωμο και φωτεινό πρόσωπο, έγραφε έναν κύκλο γύρω από τον έκπληκτο Πίκτορ αστραποβολώντας στον ήλιο, αφέθηκε μαλακά – σαν μια νιφάδα- στη γη, έμεινε καθιστή κοντά στα πόδια του Πίκτορ, αναπνέοντας απαλά και τρεμοπαίζοντας με τα γυαλιστερά φτερά της, κι ύστερα μεταμορφώθηκε σ’ ένα πολύχρωμο κρύσταλλο, που οι πλευρές του φεγγοβολούσαν μ’ ένα κόκκινο φως. Αυτό το κόκκινο πολύτιμο πετράδι ακτινοβολούσε μαγευτικά μέσα απ’ το γρασίδι και τα χορτάρια, λαμπερό, όπως τα φώτα μιας γιορτής. Αλλά η πατρίδα του, τα έγκατα της γης, έμοιαζε να το καλεί, γιατί αμέσως το πετράδι μίκρυνε κι έπιασε να βουλιάζει. Τότε ο Πίκτορ, σπρωγμένος από ακατανίκητο πόθο, άρπαξε την πέτρα που ήταν έτοιμη να εξαφανιστεί, και την πήρε πάνω του, κοιτώντας μαγεμένος μες στο μαγικό της φως, που ήταν σαν ν’ ανάδινε την αίσθηση της πιο μεγάλης ευτυχίας.
Τότε το φίδι κουλουριάστηκε στο κλαδί ενός πεθαμένου δέντρου και σφύριξε στο αφτί: «Η πέτρα μπορεί να σε μεταμορφώσει σ’ ό,τι θέλεις. Γρήγορα πες της την επιθυμία σου πριν είναι πολύ αργά.!»
Ο Πίκτορ τρόμαξε και φοβόταν μήπως χάσει την τύχη του. Είπε βιαστικά τη λέξη και μεταμορφώθηκε σε δέντρο· γιατί το να’ ναι δέντρο, το’ χε επιθυμήσει ήδη αρκετές φορές, επειδή τα δέντρα του φαίνονταν όλο ηρεμία, δύναμη και μεγαλοπρέπεια.

Ο Πίκτορ έγινε δέντρο. Έβγαλε ρίζες μες στη γη, τεντώθηκε στα ύψη, φύλλα και κλαδιά ξεφύτρωναν από τα μέλη του. Κι ήταν πολύ ευχαριστημένος γι’ αυτό. Ρουφούσε με διψασμένες ίνες βαθιά μέσα στη δροσερή γη και φυσούσε με τα φύλλα του ψηλά στο γαλάζιο τ’ ουρανού. Έντομα ζούσαν στο φλοιό του· στα πόδια του, λαγοί και σκαντζόχοιροι· στα κλαδιά του, πουλιά.
Το δέντρο Πίκτορ ήταν ευτυχισμένο και δε μετρούσε τα χρόνια που περνούσαν. Πάρα πολλά χρόνια πέρασαν, όταν πια κατάλαβε ότι η ευτυχία του δεν ήταν τέλεια. Αργά μόνο έμαθε να βλέπει με τα δεντρομάτια. Στο τέλος μπόρεσε να δει, κι έγινε δυστυχισμένος.
Είδε, δηλαδή, πως γύρω ολόγυρά του, στον Παράδεισο, τα περισσότερα όντα μεταμορφώνονταν πολύ συχνά, κι όλα κυλούσαν σ’ ένα μαγικό ρεύμα αιώνιας μεταμόρφωσης. Είδε λουλούδια να γίνονται πετράδια ή πουλιά, που πέταγαν μακριά και σιγοσφύριζαν σχίζοντας τον αέρα. Είδε δίπλα του κάποια δέντρα να εξαφανίζονται ξαφνικά:το ένα διαλυόταν σε πηγή, το άλλο γινόταν κροκόδειλος, ένα άλλο κολυμπούσε παραπέρα, χαρούμενο και δροσερό, κεφάτο, ζωηρό, μεταμορφωμένο σε ψάρι, παίζοντας καινούρια παιχνίδια σε καινούρια μορφή. Ελέφαντες γίνονταν βράχοι, άλλαζαν σε λουλούδια καμηλοπαρδάλεις.

Αυτός, όμως, το δέντρο Πίκτορ, έμενε πάντα το ίδιο· δεν μπορούσε πια να μεταμορφωθεί. Απ’ τη στιγμή που το συνειδητοποίησε αυτό, εξαφανίστηκε η ευτυχία του – άρχισε να γερνάει, κι έπαιρνε όλο και πιο πολύ εκείνη την κουρασμένη, σοβαρή και θλιμμένη στάση που μπορεί να παρατηρήσει κανείς σε πολλά γέρικα δέντρα. Αλλά και σε άλογα, σ’ ανθρώπους και πουλιά και σ’ όλα τα όντα μπορεί να τη δει κανείς καθημερινά: αν δεν κατέχουν το χάρισμα της μεταμόρφωσης, πέφτουν με τον καιρό σε θλίψη και κατάπτωση, και χάνεται η ομορφιά τους.

Ένα πρωί, μια κόρη με ξανθά μαλλιά και φόρεμα γαλάζιο χάθηκε μέσα σ’ εκείνο το μέρος του Παραδείσου. Τραγουδώντας και χορεύοντας περνούσε η ξανθομάλλα κόρη κάτω από τα δέντρα, και μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ευχηθεί την ικανότητα της μεταμόρφωσης.
Μερικοί έξυπνοι πίθηκοι της χαμογελούσαν καθώς περνούσε, μερικοί θάμνοι τη χάιδευαν τρυφερά με μια περικοκλάδα, μερικά δέντρα της έριχναν ένα άνθος, ένα καρύδι, ένα μήλο, χωρίς όμως αυτή να δίνει καμιά σημασία.
Όταν το δέντρο Πίκτορ αντίκρισε την κόρη, τον κυρίευσε μια μεγάλη λαχτάρα· ένας πόθος για ευτυχία, έτσι όπως δεν τον είχε νιώσει ποτέ μέχρι τότε. ταυτόχρονα όμως έπεσε σε μια βαθιά περισυλλογή, αφού ένιωθε σαν να του φώναζε το ίδιο του το αίμα: «Στοχάσου! Θυμήσου αυτή την ώρα για όλη σου τη ζωή! Βρες το νόημά της· αλλιώς θα’ ναι πολύ αργά, και δε θα γίνεις ποτέ ευτυχισμένος». Κι αυτός υπάκουσε. Συλλογίστηκε την προέλευσή του, τα χρόνια που ήταν άνθρωπος, την πορεία του προς τον Παράδεισο και κυρίως εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν γίνει δέντρο, εκείνη τη θαυμάσια στιγμή, λίγο πριν γίνει δέντρο που’ χε κρατήσει στα χέρια του τη μαγική πέτρα· τότε που’ χε στη διάθεσή του κάθε είδους μεταμόρφωση· τότε που φλόγιζε η ζωή μέσα του όσο ποτέ άλλοτε! Αναλογίστηκε το πουλί που του’ χε χαμογελάσει τότε, και το δέντρο που ήταν ήλιος και φεγγάρι. Τον κυρίεψε η σκέψη ότι κάτι είχε παραλείψει τότε, ότι κάτι είχε ξεχάσει κι ότι η συμβουλή του φιδιού δεν ήταν σωστή.
Η κόρη άκουσε να θροΐζουν τα φύλλα του δέντρου Πίκτορ, γύρισε το βλέμμα της και το κοίταξε από κάτω ως την κορφή, κι ένιωσε μ΄ έναν ξαφνικό πόνο στην καρδιά, καινούριες σκέψεις, καινούρια όνειρα να αναδεύονται μέσα της. Κάτω από την έλξη αυτής της άγνωστης δύναμης, κάθισε στα ριζά του δέντρου. Της φάνηκε μοναχικό και λυπημένο, κι αινιγματικό τής ακουγόταν το τραγούδι της κορφής του, που θρόιζε σιγανά. Ακούμπησε στον τραχύ κορμό του, ένιωσε το δέντρο ν’ ανατριχιάζει βαθιά, κι αισθάνθηκε την ίδια ανατριχίλα και στη δική της καρδιά. Παράξενα της πονούσε η καρδιά, πάνω απ’ τον ουρανό τής ψυχής της έτρεχαν σύννεφα, αργά έπεφταν απ’ τα μάτια της τα βαριά δάκρυα. Τι ήταν λοιπόν αυτό; Γιατί έπρεπε να υποφέρει κανείς τόσο; Γιατί ποθούσε η καρδιά να σπάσει το στήθος και να λιώσει μαζί μ’ αυτόν, μέσα σ’ αυτόν, τον όμορφο ερημίτη;

Το δέντρο αναριγούσε σύγκορμο – τόσο ορμητικά συγκεντρωνόταν κάθε δύναμη ζωής μέσα του και τον έσπρωχνε προς την κόρη, καθώς φλεγόταν από επιθυμία για ένωση. Αχ, πόσο εξαπατήθηκε από το φίδι! Πώς έπεσε έτσι αιχμάλωτο του να’ναι για πάντα δέντρο και μόνο δέντρο! Πόσο τυφλός, πόσο ανόητος ήταν! Δεν ήξερε λοιπόν τίποτα; Αγνοούσε τελείως το μυστικό της ζωής; Όχι· σίγουρα τότε αισθάνθηκε και υποψιάστηκε κάτι σκοτεινό και τώρα -αχ!- με κατανόηση βαθιά και λύπη αναλογιζόταν το δέντρο που ήταν άντρας και γυναίκα.
Ήρθε ένα πουλί πετώντας, ήρθε ένα κόκκινο και πράσινο πουλί, ήρθε ένα όμορφο και τολμηρό πουλί πετώντας, ήρθε πετώντας σε μια τολμηρή τοξωτή γραμμή.
Η κόρη το’δε να πετά, είδε να πέφτει χάμω κάτι από το ράμφος του, κάτι που έβγαζε φως, κι αυτό το κάτι έπεσε στο πράσινο χορτάρι και φώτιζε μέσα στο πράσινο χορτάρι με τόσο βαθιά οικείο τρόπο, και το κόκκινο φέγγος του ηχούσε τόσο δυνατά,που έσκυψε το κορίτσι, και το κόκκινο φέγγος υψώθηκε· γιατί αυτό το κάτι ήτανε κρύσταλλο, ρουμπίνι, κι όπου είναι αυτο, δεν γίνεται να υπάρχει σκοτεινιά.

Μόλις η κόρη κράτησε τη μαγική πέτρα στο λευκό της χέρι, εκπληρώθηκε η ευχή που γέμιζε τόσο πολύ την καρδιά της. Η όμορφη κόρη εξαφανίστηκε, βυθίστηκε τελείως κι έγινε ένα με το δέντρο, κι έπιασε να φυτρώνει απ’ τον κορμό του σαν κλαδί καινούριο, ακμαίο, και γοργά να μεγαλώνει για να πάει ψηλά και να το φτάσει.
Τώρα, όλα ήταν όμορφα. Τώρα, ο κόσμος είχε τάξη. Τώρα, είχε μόλις βρεθεί ο Παράδεισος. Ο Πίκτορ δεν ήταν πια ένα γέρικο, βασανισμένο δέντρο· τώρα, τραγουδούσε δυνατά: Πικτόρια, Victoria.
Μεταμορφώθηκε. Κι επειδή, αυτή τη φορά, είχε φτάσει στη σωστή, στην αιώνια μεταμόρφωση, μπορούσε από κείνη τη στιγμή κι ύστερα να μεταμορφώνεται συνέχεια κι όσο ήθελε. Ακατάπαυστα κυλούσε το μαγικό ρεύμα του γίγνεσθαι μέσα στο αίμα του· αιώνια μπορούσε να συμμετέχει στη Δημιουργία της κάθε στιγμής.
Έγινε ελάφι, έγινε ψάρι, έγινε άνθρωπος, έγινε φίδι, σύννεφο, πουλί. Σε κάθε μορφή, όμως, ήταν ολόκληρος, ήταν ζευγάρι είχε φεγγάρι και ήλιο, είχε άντρα και γυναίκα μέσα του, σαν δίδυμο ποτάμι κυλούσε μέσα από τους τόπους, σαν διπλαστέρι έφεγγε στον ουρανό.»

(1922)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments