Όταν κάνουμε περίπατο τη νύχτα σε κάποιο σοκάκι και ένας άνδρας τρέχει καταπάνω μας, τον βλέπουμε ήδη από μακριά -γιατί ο δρόμος μπροστά μας είναι ανηφορικός και έχει πανσέληνο-, δεν θα τον αρπάξουμε, ακόμα κι αν είναι αδύναμος και ρακένδυτος, ακόμα κι αν τρέχει κάποιος άλλος στο κατόπι του και φωνάζει, αλλά θα τον αφήσουμε να συνεχίσει το τρεχαλητό του.

Γιατί είναι νύχτα, τι φταίμε εμείς που το δρομάκι, λουσμένο το φεγγάρι, ανηφορίζει μπροστά μας και, επιπλέον, ίσως να είναι για αυτούς τους δυο το κυνηγητό διασκέδαση, ίσως καταδιώκουν και οι δύο έναν τρίτο, ίσως άδικα καταδιώκεται ο πρώτος, ίσως θέλει ο δεύτερος να τον σκοτώσει κι εμείς θα γινόμασταν συνένοχοι στο φόνο, ίσως δεν γνωρίζονται καν οι δυο τους και ο καθένας βιάζεται μονάχα να φτάσει στο κρεβάτι του, ίσως να είναι υπνοβάτες, ίσως ο πρώτος να οπλοφορεί.
Και, επιτέλους, δεν επιτρέπεται να είμαστε κουρασμένοι, μήπως δεν ήπιαμε τόσο κρασί;
Αισθανόμαστε ανακούφιση όταν δεν βλέπουμε πια ούτε τον δεύτερο.

Φραντς Κάφκα, απόσπασμα από τα «διηγήματα και μικρά πεζά» (εκδόσεις Ροές)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments