Περπατά μαζί μου στην εξώπορτα, η οποία έχει μείνει ανοιχτή όλη αυτή την ώρα.
Η πόρτα που αυτό το πρωί άφηνε να μπουν μέσα φως και φρέσκος αέρας
και ήχοι από το δρόμο, όλα τα οποία εμείς δεν είχαμε προσέξει.
Κοιτάω έξω και, Χριστέ μου,
υπάρχει αυτό το λευκό φεγγάρι που κρέμεται στον πρωινό ουρανό.
Δεν μπορώ να σκεφτώ πότε έχω δει κάτι πιο αξιοπρόσεκτο.
Αλλά φοβάμαι να το σχολιάσω. Πραγματικά.
Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί. Μπορεί ακόμα και να ξεσπάσω σε δάκρυα.
Μπορεί να μην καταλάβω ούτε μια λέξη απ’ ό,τι πω.

Λέει, Ίσως να ξανάρθεις κάποτε, ίσως όχι. Αυτό θα περάσει, ξέρεις.
Σύντομα θα αρχίσεις να νιώθεις άσχημα πάλι.
Ίσως να γίνει μια καλή ιστορία, λέει.
Αλλά δεν θέλω να το ξέρω αν όντως γίνει έτσι.

Τη χαιρετώ. Δε λέει τίποτα άλλο.
Κοιτά τα χέρια της, και μετά τα βάζει στις τσέπες του φορέματός της.
Κουνά το κεφάλι της. Μπαίνει μέσα πάλι, και αυτή τη φορά κλείνει την πόρτα.

Φεύγω περπατώντας στο πεζοδρόμιο.
Μερικά παιδιά παίζουν με μια μπάλα στο τέρμα του δρόμου.
Αλλά δεν είναι τα παιδιά μου, ούτε τα δικά της.
Υπάρχουν παντού κάτι φύλλα, ακόμα και στα λούκια του υπονόμου.
Σωροί φύλλων οπουδήποτε κοιτάξω.
Πέφτουν από τα κλαδιά καθώς περπατώ.
Δεν μπορώ να κάνω βήμα χωρίς να βάλω τα παπούτσια μου μες στα φύλλα.
Κάποιος πρέπει να φιλοτιμηθεί εδώ.
Κάποιος πρέπει να πάρει μια τσουγκράνα και να το φροντίσει.

Raymond Carver

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments