Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στην Ιαπωνία ένας νεαρός ψαράς που λεγόταν Ουρασίμα Τάρο. Και ακόμα πιο παλιά, ο πατέρας του ήταν κι εκείνος ψαράς, ψαράς ονομαστός· όμως, ο Ουρασίμα ξεπερνούσε τον πατέρα του τόσο πολύ στην τέχνη αυτή, που η φήμη του είχε απλωθεί πολύ πέρα από το μικρό χωριό του. Λέγανε πως μπορούσε να πιάσει σε μια μέρα πιο πολλά ψάρια απ’ όσα έπιαναν δέκα άλλοι σε μια βδομάδα.

Αλλά ο Ουρασίμα δεν ξεχώριζε μονάχα στο ψάρεμα. Οσοι τον ήξεραν, τον αγαπούσαν για την καλή του την καρδιά. Ποτέ δεν είχε βλάψει ούτε και το πιο απαίσιο πλάσμα. Μάλιστα, αν δεν ήταν τα πλάσματα της θάλασσας ο μόνος τρόπος για να βγάζει το ψωμί του, θα ψάρευε πάντα μ’ ένα απλό αγκίστρι, ώστε να πιάνει μονάχα όσα ψάρια ήθελαν να πιαστούν. Ποτέ του δεν βασάνισε ζώα όταν ήταν παιδί· αντιθέτως, η τρυφερότητά του προς όλα τα βουβά πλάσματα της Φύσης έκανε τους φίλους του να τον περιγελούν. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να τον πείσει να μετέχει σ’ αυτό το άσπλαχνο παιχνίδι που τόσο απολαμβάνουν μερικά παιδιά.

Ενα βράδυ, καθώς ο Ουρασίμα γύριζε σπίτι έπειτα από μια κοπιαστική μέρα στη θάλασσα, είδε μερικά παιδιά να φωνάζουν και να γελούν πάνω από κάτι που τυραννούσαν μες στη μέση του δρόμου: μια θαλάσσια χελωνίτσα. Στριμωγμένο ανάμεσα σ’ όλα εκείνα τα παιδιά, που το βασάνιζαν με ξύλα και με πέτρες, το δύστυχο πλάσμα έδειχνε έτοιμο να πεθάνει από τον φόβο του.

Ο Ουρασίμα δεν άντεξε να βλέπει ένα αβοήθητο ζωντανό να υποφέρει και μπήκε ανάμεσά τους.

«Παιδιά», είπε, «δεν είναι σωστό να φέρεστε έτσι σ’ ένα άκακο πλάσμα. Θα το σκοτώσετε το καημένο!» Ομως τα παιδιά γελάσανε και, χωρίς να δώσουν σημασία στα λόγια του, συνέχισαν το άσπλαχνο παιχνίδι τους.

Ο Ουρασίμα έμεινε για λίγο σιωπηλός, αναζητώντας έναν τρόπο να πείσει τα παιδιά να του δώσουν τη χελώνα. Στο τέλος, είπε, χαμογελώντας, «Ελάτε, παιδιά! Το ξέρω πως έχετε καλή καρδιά. Θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα’ θελα να την αγοράσω τη χελώνα· αν είναι, δηλαδή, δικιά σας».

«Και βέβαια είναι δικιά μας. Εμείς την πιάσαμε», είπαν αυτά με μια φωνή.

«Πολύ ωραία», απάντησε ο Ουρασίμα, βγάζοντας μια χούφτα νομίσματα από την τσέπη του. «Μπορείτε να αγοράσετε πολλά ωραία πράγματα με αυτά εδώ. Τι λέτε;»

Τους χαμογελούσε τόσο γλυκά και μιλούσε τόσο τρυφερά, με τα χρήματα να κουδουνίζουν μπροστά στα μάτια τους, που δεν χρειάστηκε να κοπιάσει για να τα πείσει. Τότε, το μεγαλύτερο από τα αγόρια άρπαξε τη χελώνα και του την έδωσε με το ένα χέρι, ενώ άπλωνε το άλλο για να πάρει τα νομίσματα. Ο Ουρασίμα έμεινε με τη χελώνα στην αγκαλιά του, ενώ τα παιδιά σκόρπιζαν με αλαλαγμούς προς το μαγαζί με τα ζαχαρωτά.

«Καημένη χελωνίτσα!» της ψιθύρισε χαϊδεύοντάς την απαλά για να ηρεμήσει τον φόβο της, «εδώ, μαζί μου, δεν κινδυνεύεις. Θυμήσου, όμως, καλή μου, ότι παρά τρίχα να χάσεις μια ζωή πολύχρονη. Πόσο κρατάει; Δέκα χιλιάδες χρόνια, λένε. Δέκα φορές περισσότερα από τα χρόνια ενός πελαργού. Τώρα αμέσως θα σε πάω πίσω στη θάλασσα, για να κολυμπήσεις μ’ όλη σου τη δύναμη και να γυρίσεις στο σπίτι και στους δικούς σου. Να μου υποσχεθείς, όμως, ότι ποτέ ξανά δεν θα αφήσεις να σε πιάσουν». Η χελώνα το υποσχέθηκε με το βλέμμα της. Ηταν τόσο μελαγχολικό και γεμάτο ευγνωμοσύνη, που ο Ουρασίμα ένιωσε πως δεν θα το ξεχνούσε ποτέ.

Την άλλη μέρα, τα χαράματα, ο Ουρασίμα ξεκίνησε με τη βάρκα του για το καθημερινό ψάρεμα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο αέρας γεμάτος από την απαλή, γλυκιά ζέστη του καλοκαιριού. Σκίζοντας τα γαλανά, βαθιά νερά, σύντομα βρέθηκε στ’ ανοιχτά, μακριά από τους άλλους ψαράδες. Ηταν τόσο όμορφο το πρωινό, την ώρα που ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και το φως του αντανακλούσε στο νερό, ώστε, όταν σκέφτηκε πόσο μικρή είναι η ζωή του ανθρώπου, ευχήθηκε να είχε χιλιάδες χρόνια για να ζήσει, όπως η χελώνα που είχε σώσει από τ’ αγόρια, μία μέρα πριν. Μ’ αυτές τις σκέψεις στον νου του, ξαφνιάστηκε από μια γλυκιά φωνή που τον καλούσε με τ’ όνομά του. Ηταν σαν ήχος καμπάνας ασημένιας, που έπεφτε από τους ουρανούς.

«Ουρασίμα! Ουρασίμα!»

Κοίταξε τη θάλασσα ολόγυρά του, μήπως και τον φώναζε κάποιος ψαράς από τη βάρκα του, όμως ώς εκεί που μπορούσε να φτάσει το μάτι δεν βρισκόταν κανείς.

«Ουρασίμα! Ουρασίμα!»

Και πάλι ακούστηκε η φωνή, από πιο κοντά. Εσκυψε στο νερό και είδε μια χελώνα να τον κοιτάζει τρυφερά· κι από το βλέμμα της κατάλαβε ότι ήταν η ίδια χελώνα που είχε σώσει από τα παιδιά.

«Συναντιόμαστε, λοιπόν, και πάλι….», της είπε εύθυμα. «Για φαντάσου, να με βρίσκεις στη μέση του ωκεανού! Ομως φέρεσαι απερίσκεπτα. Θέλεις να σε ξαναπιάσουν;»

«Σε έψαχνα», απάντησε η χελώνα, «από το χάραμα, κι όταν σε είδα στη βάρκα σου κολύμπησα ώς εδώ για να σε ευχαριστήσω που μου έσωσες τη ζωή».

«Είσαι πολύ ευγενική», είπε ο Ουρασίμα. «Θέλεις ν’ ανεβείς στη βάρκα, να στεγνώσεις τη ράχη σου στον ήλιο και να κουβεντιάσουμε λιγάκι;»

Η χελώνα δέχτηκε μετά χαράς. Σκαρφάλωσε στη βάρκα, κι έπιασαν την κουβέντα. Ξαφνικά, γύρισε προς το μέρος του νεαρού ψαρά και του είπε: «Βάζω στοίχημα ότι δεν έχεις δει ποτέ σου το Ριν Τζιν, το Παλάτι του Βασιλιά της Θάλασσας».

Ο Ουρασίμα έγνεψε αρνητικά: «Δεν έτυχε ποτέ να με καλέσουν».

Η χελώνα διέκρινε το κοροϊδευτικό σπίθισμα στα μάτια του Ουρασίμα: «Δεν νομίζω ότι πιστεύεις πως το Ριν Τζιν είναι πραγματικό. Κι όμως, υπάρχει, βαθιά, πολύ βαθιά, στον πάτο της θάλασσας. Αν στ’ αλήθεια θέλεις να δεις το Ριν Τζιν θα σε πάω εγώ εκεί».

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε ο ψαράς, «μα εγώ είμαι άνθρωπος και δεν μπορώ να κολυμπήσω κάτω απ’ τη θάλασσα όπως εσύ».

«Δεν είναι απαραίτητο», τον καθησύχασε η χελωνίτσα. «Ανέβα στη ράχη μου και θα κολυμπήσω εγώ».

Ο Ουρασίμα γέλασε. Πώς θα τον κουβαλούσε ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα;

«Σου φαίνεται αστείο;» έκανε η χελώνα. «Ανέβα και θα δεις». Και ξαφνικά, κάτω απ’ τα μάτια του Ουρασίμα, η χελώνα άρχισε να μεγαλώνει και να μεγαλώνει, ώσπου έγινε τόσο μεγάλη, ώστε μπορούσε να κουβαλήσει στη ράχη της και δύο και τρεις ανθρώπους.

«Καταπληκτικό!» φώναξε ο ψαράς. «Και βέβαια, φίλη μου, θα ‘ρθω μαζί σου».

«Ξεκινάμε», είπε η χελώνα. «Κρατήσου γερά».

Και στη στιγμή βουτήξανε στη θάλασσα κι άρχισαν να βυθίζονται όλο και πιο βαθιά, τόσο που ο Ουρασίμα σκέφτηκε πως ούτε σε χίλια χρόνια δεν θα κατάφερναν να ξαναβγούν στην επιφάνεια. Στο τέλος, είδε κάτωθέ του ν’ απλώνεται ένας τόπος υπέρλαμπρος, πόλεις ολόκληρες και χωριά, με όμορφους κήπους γεμάτους αστραφτερά λουλούδια κι ονειρεμένα δέντρα που ανέμιζαν τα κλαδιά τους. Επειτα, πέρασαν από μια απέραντη πράσινη πεδιάδα· στο μακρινότερο άκρο της, σ’ ένα χωριό στους πρόποδες ψηλών βουνών, έλαμπαν οι μεγαλόπρεπες πύλες ενός μαγευτικού παλατιού.

«Βλέπεις;» είπε η χελώνα. «Φτάσαμε στο Ριν Τζιν. Πώς νιώθεις;»

«Θαυμάσια», είπε ο Ουρασίμα, συνειδητοποιώντας εκείνη τη στιγμή ότι τα ρούχα του ήταν εντελώς στεγνά κι ότι ούτε για μια στιγμή δεν είχε δυσκολευτεί να ανασάνει.

Πλησίαζαν κι άλλο τη μεγάλη πύλη, και ο Ουρασίμα μπόρεσε να δει στο βάθος, μισοκρυμμένους πίσω από τα δέντρα, τους λαμπερούς θόλους του παλατιού. Ηταν στ’ αλήθεια ένας τόπος θαυμαστός· δεν έμοιαζε με κανέναν απ’ όσους είχε γνωρίσει στη στεριά. Σταμάτησαν μπροστά σε μια σειρά από κοραλλένια σκαλοπάτια και η χελώνα του ζήτησε να κατεβεί από τη ράχη της.

Ο φύλακας της πύλης, μια μουρούνα, τους σταμάτησε· όμως η χελώνα εξήγησε ότι ο Ουρασίμα ήταν ένας θνητός από το μεγάλο βασίλειο της Ιαπωνίας και είχε έρθει για να επισκεφθεί τον βασιλιά των θαλασσών, και η μουρούνα υποκλίθηκε και τους άφησε να περάσουν.

Βαδίζοντας προς το παλάτι, συνάντησαν τους αυλικούς και τους αξιωματούχους: το δελφίνι, την παλαμίδα, τη γιγάντια σουπιά, το βαθυκόκκινο μπαρμπούνι· ο κέφαλος, η γλώσσα, το σκουμπρί κι άλλα πολλά ψάρια έκαναν ένα βήμα και υποκλίθηκαν ευγενικά μπρος στη χελώνα. Εδειξαν μάλιστα τέτοιο σεβασμό, που ο Ουρασίμα αναρωτήθηκε τι θέση, αλήθεια, να κατείχε η χελώνα σ’ αυτό το βασίλειο του βυθού. Τον καλωσόρισαν κι εκείνον με μια φωνή, και το δελφίνι, που ήταν υψηλός αξιωματούχος, τον προσφώνησε θερμά. Υστερα, η πομπή των ψαριών τούς οδήγησε στο εσωτερικό του παλατιού.

Ποτέ ξανά ο ταπεινός ψαράς δεν είχε τύχει να βρεθεί σε τέτοιο μεγαλόπρεπο μέρος. Κοίταζε γύρω θαμπωμένος, αλλά δεν ένιωσε ούτε στιγμή ντροπή ή αμηχανία. Καθώς ακολουθούσε τους οδηγούς του, πρόσεξε ξαφνικά ότι η χελώνα είχε εξαφανιστεί, αλλά το ξέχασε αμέσως, μόλις αντίκρισε μια όμορφη πριγκίπισσα, περιτριγυρισμένη από τις κυρίες των τιμών, να τον πλησιάζει για να τον υποδεχτεί.

Ηταν πιο όμορφη από οτιδήποτε υπήρχε στη γη και το πρασινορόδινο φόρεμά της άλλαζε χρώματα, όπως η επιφάνεια της θάλασσας το ηλιοβασίλεμα σε κάποιο ήρεμο αραξοβόλι. Νήματα από καθαρό χρυσάφι στόλιζαν τα μακριά της τα μαλλιά και, καθώς χαμογελούσε, τα δόντια της έμοιαζαν μικρά μαργαριτάρια. Του μίλησε γλυκά και η φωνή της ήχησε σαν τον ψίθυρο της θάλασσας.

Ο Ουρασίμα ήταν τόσο γοητευμένος, που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Εκανε να υποκλιθεί, όμως εκείνη τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε σε μια υπέρλαμπρη αίθουσα. Μακριά απ’ τους άλλους, του είπε με χαμηλή, γλυκιά φωνή:

«Ακουσέ με, Ουρασίμα. Χαίρομαι που σε καλωσορίζω στο παλάτι του πατέρα μου και θα σου πω γιατί. Χτες, έσωσες την πολύτιμη ζωή μιας χελώνας. Εγώ ήμουν εκείνη η χελώνα, Ουρασίμα! Εσωσες τη δική μου τη ζωή!»

Ο Ουρασίμα δεν πίστευε στ’ αυτιά του – όταν όμως κοίταξε βαθιά μέσα στα πανέμορφα μάτια της, θυμήθηκε το μελαγχολικό τους βλέμμα και τα γλυκά της λόγια ήχησαν όπως η φωνή που καλούσε από τη θάλασσα το όνομά του. Ενιωθε τόση έκπληξη που έμεινε βουβός.

«Θα ήθελες, Ουρασίμα, να ζήσεις εδώ για πάντα, για πάντα νέος; Τούτη είναι η γη του αιώνιου καλοκαιριού, τα πάντα είναι γιορτή, και ούτε ο θάνατος ούτε η λύπη δεν φτάνουν ώς εδώ. Μείνε, Ουρασίμα, κι εγώ η πριγκίπισσα θα γίνω γυναίκα σου».

Ο Ουρασίμα πίστεψε πως ονειρευόταν – και σαν μέσα απ’ όνειρο τα λόγια ήρθαν στα χείλη του από μόνα τους.

«Γλυκιά πριγκίπισσα, και δέκα χιλιάδες φορές αν μπορούσα να σ’ ευχαριστήσω, θα ‘ταν λίγες. Θα μείνω εδώ, το δίχως άλλο· κι αν το ‘θελα δεν θα μπορούσα να φύγω, αφού αυτός εδώ είναι ο πιο υπέροχος τόπος που θα μπορούσα να ονειρευτώ κι εσύ είσαι το πιο υπέροχο πλάσμα μέσα του».

Ενα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της πριγκίπισσας, κι αμέσως, σαν να πατήθηκε ένα μαγικό κουμπί, δυνατά τύμπανα ακούστηκαν, κι όλο το παλάτι πλημμύρισε από φωνές ενθουσιασμού. Οι θύρες άνοιξαν, και μια πομπή από λαμπροφορεμένα ψάρια μπήκαν στην αίθουσα, βαδίζοντας με βήμα αργό και κουβαλώντας, άλλο όμορφα λουλούδια, άλλο μεγάλα μαργαριτάρια, άλλο κοράλλια, κόκκινα και λευκά, άλλα μποτίλιες με κρασιά μυρωδάτα κι άλλα πιατέλες με σπάνια φρούτα που καρπίζουν μόνο στον βυθό της θάλασσας.

Αρχισε το γαμήλιο γλέντι… Το διαλεχτό κρασί έρρεε στα ποτήρια και η γλυκιά μουσική αντηχούσε σ’ όλο το βασίλειο. Το ευτυχισμένο ζευγάρι έδωσε όρκους αιώνιας πίστης, κι ύστερα άνοιξαν οι δυο τους τον χορό, ενώ όλα τα ψάρια της θάλασσας, ντυμένα με τα καλύτερα χρυσά και ασημένια λέπια τους, στροβιλίστηκαν στον ρυθμό της μουσικής ώς το ξημέρωμα. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια χαρά ο Ουρασίμα. Και το επόμενο πρωί, όταν η πριγκίπισσα του έδειξε τους όμορφους κήπους γύρω από το παλάτι, κήπους που αντιπροσώπευαν τις τέσσερις εποχές, ο Ουρασίμα ένιωσε πως αυτή ήταν η μόνη χώρα όπου μπορούσε να ζήσει κανείς για πάντα νέος, προστατευμένος από αρρώστιες, γηρατειά και θάνατο… Κι έτσι λησμόνησε το σπίτι του στην Ιαπωνία, τους γέροντες γονείς του, ακόμα και το όνομά του.

Τρεις μέρες απερίγραπτης ευτυχίας περάσανε, ύστερα, όμως, ο Ουρασίμα άρχισε να θυμάται ποιος ήταν και τι έκανε. Η σκέψη των καημένων των γονιών του να τον αναζητούν παντού, ίσως και να τον κλαίνε σαν να ήταν νεκρός· η γειτονιά του φτωχικού του σπιτιού, οι φίλοι του στο χωριουδάκι, όλες αυτές οι σκέψεις πλημμύρισαν το μυαλό του και μετέτρεψαν όλη του τη χαρά σε απόγνωση.

«Αλίμονο!», είπε, «πώς να μείνω εδώ περισσότερο; Η μητέρα μου θα κλαίει και θα οδύρεται και ο πατέρας μου θα σκύβει το γέρικο κεφάλι του από τη θλίψη. Πρέπει να γυρίσω σήμερα κιόλας».

Ετσι το βραδάκι βρήκε την πριγκίπισσα, την καινούρια του σύζυγο, και της είπε λυπημένα:

«Αλίμονο! Είσαι τόσο καλή μαζί μου και νιώθω τόσο μεγάλη ευτυχία, που ξέχασα και αμέλησα τους γονείς μου τρεις ολόκληρες μέρες. Θα νομίζουν ότι είμαι νεκρός και θα με κλαίνε. Πρέπει να σε αποχαιρετήσω και να φύγω».

Τότε η πριγκίπισσα έκλαψε και τον ικέτεψε να μείνει κοντά της.

«Αγαπημένη μου!», απάντησε, «στη χώρα μου την Ιαπωνία έγκλημα πιο τρομερό από το να προδώσεις τους γονείς σου δεν υπάρχει. Δεν θα μπορούσα να το αντέξω, ούτε κι εσύ θα το ‘θελες για μένα. Αλλά ραγίζει η καρδιά μου που σ’ αφήνω. Πρέπει να φύγω, αγαπημένη μου, έστω και για μία μέρα. Θέλω μονάχα να τους δω, κι ύστερα θα γυρίσω σ’ εσένα.»

«Τι μπορώ να κάνω;», στέναξε η πριγκίπισσα. «Πρέπει να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Θα έδινα τα πάντα για να σε κρατήσω κοντά μου έστω και μία μέρα παραπάνω. Αλλά ξέρω πως δεν γίνεται. Σέβομαι τη χώρα σου και την αγάπη σου για τους γονείς σου. Θα περιμένω την επιστροφή σου: θα λείψεις μόνο μία μέρα. Θα είναι ατελείωτη για μένα, αλλά όταν τελειώσει, και τα εξιστορήσεις όλα στους γονείς σου, θα βρεις μια χελώνα να σε περιμένει στην ακροθαλασσιά και θα την αναγνωρίσεις: θα είναι η ίδια που σε πήγε πίσω στους γονείς σου».

«Αγαπημένη μου! Πώς να σε αφήσω; Ομως…»

«Ομως πρέπει. Περίμενε, έχω κάτι να σου δώσω πριν φύγεις».

Η πριγκίπισσα έφυγε βιαστικά και σύντομα γύρισε κρατώντας ένα χρυσό κουτί, διακοσμημένο με μαργαριτάρια και δεμένο με μια πράσινη κορδέλα από φύκια.

«Μου έσωσες τη ζωή», του είπε. «Είσαι η ζωή μου και ό,τι έχω είναι δικό σου. Αυτό το κουτί περιέχει τα πάντα. Οταν βγεις στη στεριά πρέπει να το έχεις πάντα μαζί σου, αλλά δεν πρέπει να το ανοίξεις πριν γυρίσεις σ’ εμένα. Αν το ανοίξεις, αλίμονο, και για σένα και για μένα!»

«Στο υπόσχομαι, στο υπόσχομαι. Δεν θα το ανοίξω μέχρι να γυρίσω κοντά σου».

Και με δάκρυα στα μάτια, ο Ουρασίμα γονάτισε μπροστά της.

«Αντίο».

«Αντίο».

Οι αυλικοί συνόδεψαν τον Ουρασίμα στην πύλη, με το δελφίνι επικεφαλής. Εκεί ο βασιλικός οξύρρυγχος φύσηξε μια δυνατή σφυρίχτρα και σύντομα εμφανίστηκε μια μεγάλη χελώνα. Καθώς ο Ουρασίμα καβάλησε τη ράχη της, η χελώνα έστρεψε το κεφάλι, σαν να ‘θελε να κρύψει το βλέμμα της. Ισως είχε τον λόγο της. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ο Ουρασίμα κάθισε στην πλάτη της σιωπηλός και δεν αντάλλαξαν λέξη.

Βούτηξαν βαθιά στον πράσινο βυθό και μετά αναδύθηκαν στη γαλάζια επιφάνεια. Διέσχισαν πολύ γρήγορα αμέτρητα μίλια μέχρι που έφτασαν στις ακτές της Ιαπωνίας. Εκεί, ο Ουρασίμα βγήκε στη στεριά, απάντησε στο νοσταλγικό βλέμμα της χελώνας με μια παρατεταμένη ματιά όλο αγάπη και έσπευσε ν’ απομακρυνθεί από την παραλία.

Κοίταξε τριγύρω του, αναγνωρίζοντας τα παλιά σημάδια στο τοπίο. Επειτα, πήρε τον ανήφορο για το χωριό· αλλά, καθώς προχωρούσε, παρατήρησε με κάποια έκπληξη ότι όλα έμοιαζαν αλλαγμένα, σαν από θαύμα. Οι λόφοι ήταν οι ίδιοι και το χωριό είχε μείνει όπως το ήξερε, όμως οι άνθρωποι που τον προσπερνούσαν στον δρόμο δεν ήταν εκείνοι που γνώριζε τρεις μέρες πριν. Κοίταζε γύρω του απορημένος. Ανθρωποι που δεν γνώριζε, μάλλον νεοφερμένοι από άλλους τόπους, τον προσπερνούσαν σαν να ήταν και ο ίδιος ολότελα ξένος. Κάποιοι στρέφονταν και τον κοίταζαν, όπως κοιτάζει κανείς έναν ταξιδευτή. Υστερα, πρόσεξε ότι τα ισχνά δέντρα που είχε αφήσει πίσω του τρεις μέρες πριν, ήταν τώρα γίγαντες που εξουσίαζαν τις άκρες του δρόμου.

Τελικά, ύστερα από αρκετή περιπλάνηση, έφτασε στο παλιό του σπίτι. Πόσο αλλαγμένο ήταν! Και, μόλις έστριψε το πόμολο της πόρτας και μπήκε μέσα φωνάζοντας «Ε, μητέρα! Ε, πατέρα! Γύρισα, επιτέλους!», βρέθηκε μπροστά σε έναν άγνωστο άνθρωπο που έφραζε το κατώφλι.

«Τι θέλεις;»

«Εδώ είναι το σπίτι μου. Πού βρίσκεται ο πατέρας κι η μητέρα μου; Με περιμένουν».

«Δεν καταλαβαίνω. Πώς σε λένε;»

«Ουρασίμα Τάρο».

«Ουρασίμα Τάρο!» αναφώνησε έκπληκτος ο άντρας.

«Ναι, αυτό είναι τ’ όνομά μου: Ουρασίμα Τάρο».

Ο άντρας γέλασε, σαν ν’ άκουγε αστείο.

«Σίγουρα δεν εννοείς εκείνον τον παλιό Ουρασίμα Τάρο», είπε. «Αλλά και πάλι, μπορεί να είσαι κανένας απόγονός του ή κάτι τέτοιο».

«Εγώ δεν σε καταλαβαίνω. Τ’ όνομά μου είναι Ουρασίμα Τάρο. Κανένας άλλος δεν υπάρχει μ’ αυτό το όνομα. Είμαι ο ψαράς· σίγουρα με ξέρεις».

Ο άντρας περιεργάστηκε προσεκτικά τον Ουρασίμα, σαν να ‘θέλε να βεβαιωθεί ότι δεν αστειεύεται.

«Υπήρχε κάποτε ένας διάσημος ψαράς με τ’ όνομά σου, τριακόσια χρόνια πριν, αλλά σίγουρα δεν είσαι εσύ».

«Γιατί με κοροϊδεύεις; Τρεις μέρες μόνο έλειψα, όχι τριακόσια χρόνια. Πού είναι ο πατέρας και η μητέρα μου;

Ο άντρας τον κοίταξε αποσβολωμένος.

«Είσαι τρελός;», φώναξε. «Μένω σ’ αυτό το σπίτι τριάντα ολόκληρα χρόνια! Θέλεις να πιστέψω ότι είσαι ο Ουρασίμα Τάρο; Θέλεις να με πείσεις ότι είσαι φάντασμα;»

«Κάθε άλλο· κοίτα τα πόδια μου». Και ο Ουρασίμα πρόβαλε πρώτα το ένα κι ύστερα το άλλο του πόδι, επειδή, σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, τα φαντάσματα δεν έχουν πόδια.

«Εντάξει, λοιπόν», είπε ο άνδρας εκνευρισμένος. «Ο,τι και να λες, πάντως δεν είσαι ο Ουρασίμα Τάρο, γιατί εκείνος έζησε τριακόσια χρόνια πριν, κι εσύ δεν είσαι ούτε καν τριάντα». Και με τα λόγια αυτά, βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα του Ουρασίμα.

Τι να σημαίνουν όλα αυτά; Ο Ουρασίμα Τάρο νεκρός; Εζησε πριν από τριακόσια χρόνια; Μήπως ονειρεύεται; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Πώς άλλαξαν έτσι όλα; Πού χάθηκαν τα φιλικά πρόσωπα, οι γέροντες γονείς του; Κι αυτός, ποιος είναι;

Τότε του ήρθε μια ιδέα. «Πού βρίσκονται τα αρχεία της πόλης;», ρώτησε έναν περαστικό – κι αυτός του έδειξε ένα μεγάλο κτήριο που δεν υπήρχε πριν φύγει και σίγουρα είχε χρειαστεί πολύ περισσότερες από τρεις μέρες για να χτιστεί.

Δεν άργησε να βρει αυτό που ήθελε. Σ’ έναν παμπάλαιο τόμο, κιτρινισμένο από τον χρόνο και την υγρασία, υπήρχε μια αρχαία καταγραφή, που πήγαινε κάπως έτσι:

«Ο Ουρασίμο Τάρο, ένας διάσημος ψαράς, που έζησε στις αρχές του 14ου αιώνα, ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, προστάτης των ψαράδων. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για αυτόν τον σχεδόν μυθικό ήρωα· η κυριότερη ήταν πως έπιασε μια φάλαινα στα ανοιχτά, αλλά καθώς δεν ήθελε ν’ αφήσει το έπαθλο να του ξεφύγει, έμεινε στους αιώνες μες στη βάρκα του κρατώντας πεισματικά την πετονιά στο χέρι. Οι σημερινοί ναυτικοί βεβαιώνουν ότι βλέπουν συχνά τον Ουρασίμα Τάρο στη βάρκα του, να γλιστράει στα κύματα, καθώς τον σέρνει ένα αθέατο κήτος».

Ο Ουρασίμα έκλεισε το βιβλίο απότομα και κίνησε για την ακτή. Τότε μόλις συνειδητοποίησε ότι αυτές οι τρεις μέρες που είχε περάσει απόλυτα ευτυχισμένος με την πριγκίπισσα, δεν ήταν τρεις μέρες, αλλά τρεις αιώνες. Οι γονείς του είχαν πεθάνει από καιρό, και όλα είχαν αλλάξει. Τίποτε δεν του απέμενε να κάνει, παρά να επιστρέψει στο Βασίλειο του Βυθού.

Αλλά όταν έφτασε στην ακτή, δεν βρήκε καμία χελώνα να τον περιμένει. Περνούσαν οι ώρες και η θάλασσα έμενε ήσυχη κι εκείνος μόνος. Τότε θυμήθηκε το κουτί που του είχε δώσει η πριγκίπισσα. Το έβγαλε από την τσέπη του και το κοίταξε. Της είχε υποσχεθεί να μην το ανοίξει, αλλά τι σημασία είχε τώρα πια; Καθόλου δεν τον ένοιαζε τι θα μπορούσε να του συμβεί· είτε κρυμμένο στο εσωτερικό του είτε βγαλμένο στο φως, το θανατηφόρο μυστικό του κουτιού τού ήταν αδιάφορο. Τι ωφελούσε να ζει; Τα είχε χάσει όλα.

Κάθισε, λοιπόν, στην ακροθαλασσιά, έλυσε τις κορδέλες και σήκωσε το καπάκι. Εκπληκτος είδε ότι το κουτί ήταν άδειο· αλλά, σιγά σιγά, από το κενό αναδύθηκε ένα αχνό πορφυρό συννεφάκι, που τον τύλιξε απαλά. Ηταν ευωδιαστό, και του θύμισε το γλυκό άρωμα των φορεμάτων της πριγκίπισσας. Υστερα, πέταξε μακριά προς την ανοιχτή θάλασσα και ο Ουρασίμα ένιωσε ότι η ψυχή του έφευγε μαζί του.

Μια μουσική ακούστηκε απ’ τη θάλασσα. Πετάχτηκε ορθός, νομίζοντας ότι άκουσε τη γλυκιά φωνή της να τον φωνάζει. Εμεινε εκεί για μια στιγμή, υπέροχη ενσάρκωση της νιότης. Επειτα κάτι άλλαξε πάνω του. Τα μάτια του θόλωσαν, τα μαλλιά του άσπρισαν, ρυτίδες εμφανίστηκαν στο πρόσωπό του, η μορφή του μαράθηκε απ’ τα γηρατειά.

Επειτα ο Ουρασίμα Τάρο ζαλίστηκε και παραπάτησε. Το βάρος τριών αιώνων ήταν αβάσταχτο γι’ αυτόν. Εγειρε τους ώμους του κι έπεσε νεκρός πάνω στην άμμο.

«Ουρασίμα Τάρο». Λαϊκό παραμύθι της Ιαπωνίας, από τη συλλογή της Yei Theodora Ozaki, 1908

Μετάφραση από τους φοιτητές του πρώτου έτους του Αγγλικού Τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ: Ολγα Κατσάνου, Γιώργο Κιλιμάντζο, Σπυριδούλα Κοκορόσκου, Αντιγόνη Λαβδάκη, Ειρήνη Μαράκη, Ελένη Ραυτοπούλου, Χρύσα Φραγκιαδάκη, Ιουλία Βαγενά, Μάνο Τζιρίτα.

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments