Οζυμανδίας

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία· είπε:
τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα υψώνονται στην έρημο…
Κοντά τους, μες στην άμμο βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο·
τα σκυθρωπά του χείλη, πτυχωμένα σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
‘Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!’’
Άλλο τίποτα δεν απομένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.

Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ  (PERCY BYSSHE SHELLEY, 1792-1822)
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

—————————————————————————————————————————————————-

Χειμωνιάτικο απόγευμα του 1817. Στη μεγάλη βιβλιοθήκη ενός ευχάριστου σπιτιού, που βρίσκεται στις παρυφές της κωμόπολης Μάρλοου, ένας τραπεζίτης από το Λονδίνο, ονόματι Οράτιος Σμιθ, απολαμβάνει ήρεμος το βιβλίο του. Ο οικοδεσπότης του, ένας νεαρός άνδρας, μια εβδομάδα τώρα μελετάει Γίββωνα, Μπούρκχαρντ και τα έργα του Κόμητος Σωσμπέφ ντε Βολνέ· τον έχει γοητεύσει ιδιαίτερα το έργο του τελευταίου «Ερείπια, ή Στοχασμοί πάνω στο Πεπρωμένο των Αυτοκρατοριών» και ανταλλάσσει με τον τραπεζίτη κάποιες συναφείς σκέψεις. Η σύζυγός του κάθεται σιωπηλή πλάι στη φωτιά, διαβάζοντας Τάκιτο. Το πρώτο της μυθιστόρημα βρίσκεται ήδη στον τυπογράφο. Τίτλος του, «Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας».

Ο τραπεζίτης μας διαβάζει Διόδωρο. Σκέφτεται να γράψει ένα στοχαστικό σονέτο: τον έχει εμπνεύσει η περιγραφή ενός ερειπωμένου μνημείου που συνάντησε ανάμεσα στις εκατοντάδες σελίδες του ιστορικού. Πριν από 3.300 χρόνια, περίπου, ο μεγαλύτερος Φαραώ στην ιστορία της Αιγύπτου, ο Ραμσής Β’, παρήγγειλε ένα άγαλμα και το έστησε στην πόλη των Θηβών. Είχε ύψος είκοσι μέτρα, ζύγιζε χίλιους τόνους και στη βάση του έφερε την επιγραφή: «Είμαι ο Ούσερ-μα-Ρα, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, Κυρίαρχος της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου… Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει το μεγαλείο μου, ιδού εγώ, ας προσπαθήσει να υπερβεί όσα έπραξα».

Εξακόσια χρόνια αργότερα, ο Έλληνας περιηγητής Εκαταίος επισκέφθηκε την Αίγυπτο και φιλοτέχνησε μια περιγραφή του αγάλματος του Ραμσή, προσπαθώντας να είναι όσο ακριβέστερος μπορούσε. Έκανε όμως λάθος στη μεταγραφή του ονόματος. Το Ούσερ-μα-Ρα έγινε Οζυμανδύας ­ μια λέξη πιο οικεία στο ελληνικό αυτί. Το βιβλίο του χάθηκε, αλλά ο Διόδωρος συμπεριέλαβε αυτήν την περιγραφή στην παγκόσμια ιστορία που έγραψε την εποχή του Αυγούστου και η οποία επεκτεινόταν σε σαράντα ολόκληρους τόμους. Η επιγραφή στη βάση του αγάλματος είχε μεταφερθεί ως εξής: «Ο Βασιλεύς των Βασιλέων Οζυμανδύας είμαι εγώ. Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει πόσο μεγάλος είμαι και πού κείτομαι, ας υπερβεί τις πράξεις μου, αν μπορεί».

Έτσι, ενώ ο χειμωνιάτικος ήλιος έδυε, στο αδύναμο φως ενός κεριού, ο λογοτέχνης-τραπεζίτης Οράτιος Σμιθ έγραψε: «Στην αμμώδη σιωπή της Αιγύπτου / στέκει γιγάντιο πόδι που σκορπίζει / τη μόνη σκιά που η έρημος γνωρίζει». Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη στροφή, ο οικοδεσπότης του τον πλησιάζει. Προτείνει να γράψει κι εκείνος ένα σονέτο πάνω στο ίδιο θέμα. Και γράφει: «Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία. /Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα / υψώνονται στην έρημο… Κοντά τους, μες στην άμμο / βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του / χείλη, πτυχωμένα σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής, / λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη / που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα / ­ το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ‘θρεψε. / Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται: / «Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, / κοιτάξτε τα έργα μου,ισχυροί, κι απελπιστείτε! » / Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά / των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή, / μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά».

Χρειάστηκαν δέκα λεπτά (ή περίπου) για να γράψει ο Σέλλεϋ ένα από τα αριστουργήματα της αγγλικής ποίησης. Είχαν συνδράμει ένας Φαραώ, μια ομάδα ιστορικών, εξερευνητών και περιηγητών και ο λησμονημένος σήμερα Οράτιος Σμιθ. Ιδιοφυΐα σημαίνει, όπως έχει γράψει ένας γνωστός κριτικός, να βρίσκεσαι στον κατάλληλο τόπο τον κατάλληλο χρόνο, έτοιμος να αδράξεις τη στιγμή. Ο Οράτιος Σμιθ και ο Πέρσυ Μπ. Σέλλεϋ έστειλαν τα σονέτα τους σε μια εφημερίδα, η οποία δημοσίευσε και τα δύο. Ο έντιμος και σχολαστικός Σμιθ τιτλοφόρησε το ποίημά του «Πάνω σε ένα επιβλητικό γρανιτένιο πόδι, που ανακαλύφθηκε να ίσταται μόνο στην έρημο της Αιγύπτου, με τη σχετική επιγραφή χαραγμένη στη βάση». Ο Σέλλεϋ ονόμασε το δικό του «Οζυμανδύας». Ιδιοφυΐα ίσως σημαίνει και το να ξέρεις πώς να τιτλοφορήσεις ένα ποίημα.

Χάρης Βλαβιανός (TA NEA, 2000)

Μοιραστείτε το:

Comments