Δεν γίνεται Πάσχα χωρίς χωματένιο δρόμο. Γίνεται;
Χωρὶς μαντίλι νὰ τὸ βγάλεις ἀπ’ τὴν τσέπη σου, νὰ σκουπίσεις τὰ παπούτσια σου, νὰ μπεῖς στὴν ἐκκλησία… Πῶς νὰ πᾶς στὸ Πάσχα, στὴν Ἀνάσταση ἀπ’ τὴν ἄσφαλτο; Γίνεται Πάσχα χωρὶς τὸ θάμνο του τὸν ἀνθισμένο; Χωρὶς ροδάμι;
Δὲν μοῦ ἀρέσει ὁ ἦχος δηλαδή. Δηλαδή, δὲν μοῦ ἀρέσει ὁ ἦχος ἀπ’ τὸ παπούτσι μου. Προτιμάω ἄλλες καμπάνες.
Ἄλλες φωνές.
Θὰ πάρω τὸν χωματένιο δρόμο καὶ θά ’ρθω. Ξέρω, τόπους τόπους τὸν ἔχει κάνει ρέμα ἡ βροχή. Ὅπως τὸ ψέμα σου. Ὅμως ξέρω. Ξέρω τὸ πάτημα καὶ τὸ περπάτημα.
Τρεῖς ὧρες μὲ τὰ πόδια. μὲ τὸ κερί. Τὸ κερὶ τοῦ νονοῦ μου.
Ἀπ’ τὰ μελίσσια του. Φτιαγμένο μὲ τὸ χέρι του. Μὲ τὸ φιτίλι τὸ χοντρό, μὲ τ’ ἄρωμά του. Μὲ τὸ μέλι του. Μὲ τὸν κόπο, τὸν κόπο τῆς μέλισσας. Μὲ τὸ φόνο τοῦ κηφήνα. Μὲ τὴν ἀγάπη. Μὲ τὸ αὐγὸ τὸ κόκκινο. Μὲ τὸ κουλούρι. Νὰ περιμένει. Νὰ περιμένει τὸ Χριστὸς Ἀνέστη.
Νὰ μοῦ σβήνει. Νὰ μοῦ τὸ ἀνάβεις ξανὰ καὶ ξανά. Νὰ βάζεις τὶς χοῦφτες σου στὸ στῆθος σου, μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἄνεμο. Νὰ στάζει τὸ κερί. Στὸ ροῦχο σου. Κι ἐγὼ μὲ τὸ νύχι μου ἐκεῖ. Μὲ τὸ φιλί. Τῆς Ἀνάστασης, τῆς ἀγάπης.
Νὰ ξεκινάω ἀπ’ τὴν ἀρχή, πάλι καὶ πάλι, μυρμήγκι. Νὰ κουβαλάω τὸ φῶς. Στὴ φωλιά μου. Γιὰ τὸ χειμώνα σου.
Νὰ παίζει μαζί μου, νὰ μὲ κοροϊδεύει ὁ ἄνεμος σὰν τὸ παιδὶ τὸ κακομαθημένο. Νὰ μὲ σβήνει. Νὰ μὴ μ’ ἀφήνει.
Νὰ μ’ ἀφήνεις. Κι ἐγὼ ἐκεῖ, ἐκεῖ, ἐκεῖ. Σὰν τὸν Θεὸ τὸν ἐσταυρωμένο. Μὲ ἐπιμονή. Μὲ τὸ χαμόγελο, μὲ τὴν εὐχή.

Γίνεται Πάσχα χωρὶς ἐσένα;
Πρώτη γραμμή. φυλάκιο. Πρώτη γραμμή, χωρὶς ἐσένα. Γίνεται Πάσχα χωρὶς ἐσένα; Γίνεται. Γίνεται κάπου ἀλλοῦ. Γιὰ κάποιους ἄλλους. Ἄλλα αὐγά. Πολύχρωμα.
Ἄλλα σχέδια, ἄλλες ζωγραφιές. Ἄλλα κεριά. λαμπάδες, ψεύτικα λουλούδια, κορδέλες, σχέδια! . . . ἀγορασμένα ἀκριβά. Τσάντες γεμάτες στὰ δύο σου χέρια.
Γίνεται κάπου ἀλλοῦ.
Βγαίνεις σὲ ἄλλη Ὡραία Πύλη. Ἀλλοῦ δίνεις τὸ φῶς, ἔτσι πρέπει. Τὸ ἔχουν πιὸ πολὺ ἀνάγκη. Τὸ χρειάζονται.
Ἐγὼ μπορώ. Ἔχω. Ἔχω τὸν χωματένιο δρόμο. Τὸ δρόμο μου. Καμπάνες, φῶτα, βεγγαλικά, βουνά, κάμποι, ὅλος ὁ κάμπος, ἀστέρια, καράβια φωτεινά, λαμπάδες, κεριά…
Θὰ σ’ τὸ φτιάξω τὸ ξύλινο τ’ αὐγό. Θὰ σοῦ τὸ βάψω σὰν ἀληθινό. Θὰ σοῦ τὸ στείλω. Κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ σὲ πειράξει. νὰ σὲ ραγίσει. Κανεὶς δὲν θὰ τὸ καταλάβει. Οὔτε κὰν ἐγώ.
Θά ’ρθω νὰ τσουγκρίσουμε. Δηλαδή, αὐτὸς ὁ ἦχος μοῦ ἀρέσει. Τὸ τσάκ. Τὸ ράγισμά μου ἀπὸ σένα.
Ὅ,τι φυτρώσει ἀπὸ σένα, θὰ μεγαλώσει. Καημός.
Καημός εἶναι αὐτός. Ἀγάπη. Σεβντάς. Μοῦ ἀρέσει αὐτὸς ὁ ἦχος. Αὐτὸ τὸ τσάκ. Τὸ τσάκισμα. Εἶναι ἀπὸ σένα. Εἶναι σταυρὸς καὶ ἔχει Ἀνάσταση. Χριστὸς Ἀνέστη. φιλὶ στὰ χείλη.
Δηλαδή, μοῦ ἀρέσει αὐτὸς ὁ ἦχος. Αὐτὸ τὸ βάσανο, τὸ τσούγκρισμα μὲ σένα. Τὸ νάζι, τὸ βῆμα αὐτὸ πάνω στὸ δρόμο μου. Αὐτὴ ἡ καμπάνα, ὅπου-όπως χτυπάς καὶ μὲ καλεῖς
Σ‘ ἀκούω ἐγώ. Ἔρχομαι. Ἔννοια σου. Σὲ βλέπω.
Εἶσαι στὸ φῶς. Εἶσαι τὸ φῶς.
Εἶμαι στὸ σκοτάδι. Εἶμαι σκοτάδι.
Δὲν μὲ βλέπεις. Γι’ αὐτὸ δὲν μὲ βλέπεις.
Σὲ βλέπω ἐγώ. Καὶ σ’ ἀγαπῶ…

Θοδωρής Γκόνης
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Ο Ύπνος της Αδριανουπόλεως»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments