Όχι, δε θέλω άλλο τη ζωή μου, φώναξε στο Θεό το τριαντάφυλλο. Προτιμώ να γίνω ένα ασήμαντο χορταράκι. Ούτε το χρώμα, ούτε το άρωμα θέλω πάνω μου. Ήρθα στον κόσμο, γιατί μου το ζήτησες. Πού είναι η αγάπη που μου έταξες;
Αυτός ο άνθρωπος πια, το τέλειο δημιούργημά σου, μόλις ανθίσω, με κόβει. Με κόβει, καταλαβαίνεις; Και το χειρότερο! με προσφέρει σα δείγμα αγάπης. Με βάζει στο ποτήρι κι εγώ αργοπεθαίνω…, είπε κι έφυγε.
Ο Θεός συλλογίστηκε λίγο. Μετά, με μια κίνηση, γέμισε το κορμί της ροδιάς με αγκάθια.
Για κάμποσο καιρό ο άνθρωπος φοβόταν να πλησιάσει. Σε λίγο όμως ανακάλυψε το μαχαίρι…
Λουδοβίκος των ανωγείων

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments