Το φεγγάρι μισό θολό χανόταν κάθε λίγο πίσω από τα σύννεφα που αφηνιασμένα έτρεχαν ασταμάτητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ο αέρας με μια μανία πρωτόγνωρη ήθελε να τα διαλύσει ρίχνοντας ανεξέλεγκτα τις ριπές του. Εκείνα ξαφνιασμένα ακροβολίζονταν για να τον ξεγελάσουν και να ενωθούν πάλι λίγο πιο κάτω δημιουργώντας απίθανους σχηματισμούς. Σαν δράκοι που κυνηγούσαν τα παιδιά τους φάνηκαν στη Βασιλική.

Αποκαμωμένη άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της, άφησε να πέσει κάτω η αλληλογραφία που είχε πάρει μηχανικά από το γραμματοκιβώτιο στην είσοδο της πολυκατοικίας και χωρίς να βγάλει τα παπούτσια της ή να αφήσει την τσάντα από τα χέρια της, χύθηκε στον καναπέ του σαλονιού της. Δεν ήθελε ούτε το παλτό της να βγάλει. Όχι, με το παλτό θα κοιμόταν απόψε. Με το παλτό κουμπωμένο μέχρι επάνω. Όχι, δεν άντεχε να δει το κορμί της. Απόψε το μισούσε, το μισούσε το κορμί της. Δεν ήθελε να το ξέρει. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να μην το αντικρίσει ποτέ ξανά, θα το έκανε…

Η κοιλιά της γουργούριζε περίεργα και σπασμοί τάραζαν τα τοιχώματά της. Το στήθος της είχε φουσκώσει, σκληρό σαν πέτρα, με το δέρμα διάφανο να προσπαθεί να κρύψει τις γαλάζιες φλέβες που είχαν πολλαπλασιαστεί και κατευθύνονταν προς το κέντρο του. Σε κάθε της κίνηση οι ρόγες έβγαζαν ένα φαιοκίτρινο υγρό. «Αυξημένη προλακτίνη», είπε ο γιατρός. Όλο το σώμα της είχε προετοιμαστεί για να δεχτεί την καινούργια ζωή μέσα του. Η ιδέα που κυοφορούσε τόσα χρόνια στο μυαλό της είχε φτάσει στην ολοκλήρωσή της. Ήταν σίγουρη αυτή τη φορά ότι είχε πετύχει το στόχο της. Είχε δει, είχε νιώσει ότι εκείνο ερχόταν. Μικρός απροστάτευτος γυρίνος, είχε βρει καταφύγιο στη διψασμένη της μήτρα. Τις νύχτες ένιωθε και την πραγματική του κίνηση. Κάθε χιλιοστό που μεγάλωνε μέρα με τη μέρα το αντιλαμβανόταν με τις ορθωμένες κεραίες της. Με τις κεραίες τις επιθυμίας που έπιαναν κάθε ευαίσθητη κίνηση, σαν τις κεραίες που έχουν τα σαλιγκάρια για να οσμίζονται τη βροχή.

Το αρνητικό αποτέλεσμα του τεστ έπεσε σαν τσεκουριά επάνω της. Την χώρισε στα δύο για άλλη μια φορά. Και δυο κομμάτια έπρεπε να ζήσει από δω και πέρα. Το ένα ήταν η επιτυχημένη και σοβαρή επαγγελματίας που απένειμε τη δικαιοσύνη και το άλλο η αποτυχημένη γυναίκα και μάνα. Ένιωσε ανύπαρκτη εμπρός στο θαύμα της ζωής που εξελισσόταν και διαβιούσε σε άλλες φιλόξενες μήτρες.

Ένα αρχαίο κινέζικο ρητό λέει ότι τα παιδιά είναι εκείνα που επιλέγουν από ποιους γονείς θα γεννηθούν. Εκείνη, κανένα παιδί δεν την είχε επιλέξει. Κανένα παιδί δε λαχτάρησε την αγκαλιά της. Κανένα παιδί δεν της έδειξε την εμπιστοσύνη του για να της παραδώσει την ψυχή και το κορμί του ώστε να το θρέψει στην άγονη μήτρα της. Έχει η απογοήτευση χρώμα; έχει η απογοήτευση γεύση; Έχει η απογοήτευση ήχο; Τι είναι η απογοήτευση; Μπορεί να είναι η απογοήτευση εκείνη που καθορίζει τις ζωές μας. Εκείνη που κάνει την ψυχή μας να βουλιάζει.

Με τα βήματα βαριά αποφάσισε να αφήσει τον καναπέ και να πάει στο κρεβάτι της. Απρόθυμα τα χέρια της ακολούθησαν την συνήθη πορεία στα κουμπιά του πανωφοριού της προσπαθώντας να τα ξεθηλυκώσουν. Το μυαλό της αντιστεκόταν. Σαν λέπια από μεγάλο ψάρι τα ένιωθε τα ρούχα κολλημένα επάνω της. Έπρεπε ένα ένα να τα βγάλει, να τα ξεριζώσει, για να έρθει μια και καλή αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Σαν ψάρι σπαρταρούσαν και τα τοιχώματα της κοιλιάς της. Αδέξιες κινήσεις μικρού παιδιού στην πρώτη του προσπάθεια να ξεντυθεί μόνο του. Χέρια χωρίς αφή, επιδεξιότητα και δύναμη. Η αφή είναι το τελευταίο πράγμα που κατακτά ο νέος άνθρωπος και το πρώτο που χάνει ο γέρος, είχε διαβάσει κάπου. Αυτή δεν ήταν ούτε παιδί ούτε γριά, γιατί να μην μπορεί να το κάνει, αναρωτήθηκε με αφέλεια προσπαθώντας για άλλη μια φορά να αποδεχτεί αυτό που είχε συμβεί.

Με το βλέμμα καρφωμένο στην ασημένια εικόνα της Παναγίας που κρέμονταν πάνω από το κεφαλάρι του κρεβατιού, έβγαλε τα ρούχα της. Οι βαμβακερές πιτζάμες και ένα ζευγάρι χοντρές κάλτσες μάταια προσπάθησαν να ζεστάνουν το παγωμένο και σφιγμένο κορμί της. Άδικα προσπάθησε να αντισταθεί στις χαμένες εικόνες που έρχονταν και ξανάρχονταν σαν τιμωρία στο μυαλό της. Παγωνιά και ακαμψία είχαν κυριεύσει όλες της τις κλειδώσεις. Εκτός από τον πόνο, κανένα άλλο συναίσθημα δεν ήταν αναγνωρίσιμο. Οι σκέψεις πριόνια που ροκάνιζαν λίγο λίγο και την παραμικρή ικμάδα ζωής που της είχε απομείνει. Είχε ξεγελαστεί για άλλη μια φορά. Είχε αφήσει έναν τυχάρπαστο τύπο να την ξεγελάσει, είχε αφήσει την ελπίδα να την κυριεύσει. Μετά από ό,τι είχε γίνει με το Γιώργο, είχε πληγωθεί θανάσιμα και η τελευταία της ελπίδα. Και όμως, είχε φτάσει τόσο κοντά στην εκπλήρωση του σκοπού της και κάτι της έλεγε, κάτι της φώναζε από μακριά ότι αυτή ήταν και η τελευταία φορά. Η τελευταία ελπίδα της που πήγε χαμένη.

Ο Γιώργος εδώ και δεκαπέντε μέρες βρίσκονταν σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική του νοσοκομείου. Θα τα άντεχε όλα, ακόμα και το χαμό του Γιώργου, θα άντεχε και άλλες τόσες ατυχίες και αποκαλύψεις, μόνο για χάρη του αγέννητου παιδιού της. Αυτό που περίμενε σε όλη της τη ζωή και είχε φτάσει τόσο κοντά του σήμερα. Το παιδί το ήθελε. Δεν την ένοιαζε αν θα είχε πατέρα ή όχι. Το παιδί το ήθελε, το επεδίωξε με όλη τη δύναμη της ψυχής της και προσπάθησε όσο μπορούσε γι’ αυτό. Είχε κάνει όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και όλα είχαν βγει φυσιολογικά. Δεν είχε κανένα πρόβλημα σύλληψης, παρά την περασμένη ηλικία της. Ο γιατρός που της είχε δώσει πολλές ελπίδες της είχε πει χαρακτηριστικά ότι η μήτρα της ήταν σαν δεκαεπτάχρονου κοριτσιού. Τον πίστεψε και τους τελευταίους μήνες μόνο αυτό σκεφτόταν, μόνο αυτό επεδίωκε, μόνο αυτό ήθελε.

Γιατί δεν άκουγε την καρδιά της να χτυπάει, γιατί δεν ένιωθε το αίμα να κυλάει στις φλέβες της, μήπως είχε πεθάνει και δεν το είχε πάρει είδηση; Μήπως πέθανε πρώτα εκείνη και μετά το όνειρό της; Μήπως όλον αυτόν τον καιρό ήταν νεκρή και γι’ αυτό και κανένα παιδί δεν θέλησε να βρει καταφύγιο μέσα της; Όχι, αυτό το θυμόταν καλά. Ίσως ήταν το μόνο πράγμα που θυμόταν. Θυμόταν την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά. Θυμόταν το άγγιγμά του που της αναστάτωνε το είναι, θυμόταν τα μάτια του που χαμογελούσαν όλο υποσχέσεις, θυμόταν τα χείλη του που χάραζαν το κορμί της και μετά κενό. Ένα λευκό κενό που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ένα λευκό σεντόνι η μνήμη της, σαν τους τοίχους του δωματίου που την περιέβαλλαν και τότε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, αποκομμένη από κάθε αντίδραση άκουσε το γέλιο του. Το είδε να έρχεται από μακριά. Άπλωνε τα χεράκια του να την αγκαλιάσει. Ήθελε να κρεμαστεί στο λαιμό της και να τη σφίξει επάνω του. Ερχόταν προς το μέρος της. Τα χείλη του είχαν σχηματίσει ήδη τη λέξη που θα της έλεγαν. Είχαν κλείσει απαλά και ένα «μμμ…» έβγαινε και τα κινούσε ελαφρά.

«Έλα, έλα κοριτσάκι μου», του έλεγε με τρυφερότητα γεμάτη προσδοκία. «Πού ήσουν; Νόμισα ότι με εγκατέλειψες. Πού ήσουν και σε περίμενα; Δεν σου έχω πει να μην αργείς; Δεν σου έχω πει να μη γυρίζεις μόνη σου τα βράδια; Θέλω να είσαι εδώ πριν σουρουπώσει. Ξέρεις πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν εκεί έξω; Έλα, έλα εδώ, κοριτσάκι μου. Μόνο κοντά στη μανούλα υπάρχει καταφύγιο. Μόνο εδώ είσαι ασφαλής. Έλα να σου πιάσω το χεράκι, να το κλείσω σαν πολύτιμο φυλαχτό στις φούχτες μου και να μην το αφήσω ποτέ πια. Έλα, εμείς οι δύο να γίνουμε ένα αξεχώριστο ΕΝΑ, όπως πρέπει να είναι μια μάνα με την κόρη της. Έλα να σου φτιάξω τα μαλλάκια. Η δεξιά κοτσίδα σου έχει χαλάσει. Έφυγε κι ο φιόγκος από το κοκαλάκι σου. Έλα στη μανούλα να σου το διορθώσει. Και το φορεματάκι σου, πού το λέρωσες; Γιατί, παιδί μου, λέρωσες το φορεματάκι σου; Δεν σου έχω πει να προσέχεις; Γιατί κυλίστηκες κάτω; Δεν έχουμε πει ότι αυτά είναι για τα παλιόπαιδα; Δεν έχουμε πει ότι αυτά τα κάνουν τα κορίτσια τα παρακατιανά και αυτά τα καμώματα δεν ταιριάζουν σε μία Δικαίου; Α, πόσο με στεναχώρησες τώρα. Άλλη φορά δεν πρόκειται να σε αφήσω να πας να παίξεις. Θα μένεις μέσα στο σπίτι να μου κάνεις και παρέα, γιατί θα σου πιάσω το τσουλούφι και δεν θα σου αφήσω τρίχα για τρίχα στο κεφάλι σου, κατάλαβες;»

«Ναι, μαμά», άκουσε τη φωνή της να λέει και δάκρυα καυτά σαν ηφαιστειακή λάβα κυλούσαν στις πλαγιές της και κατάκαιγαν ό,τι έβρισκαν εμπρός τους.

Μάταια προσπαθούσε ανάμεσα από τα βλέφαρά της να εντοπίσει το κοριτσάκι. Να διακρίνει έστω και τη σκιά του να φεύγει. Τίποτα, τίποτα δεν είχε απομείνει, όπως κοφτή και αρνητική, χωρίς περιθώριο ελπίδας, ήταν και η απάντηση του γιατρού πριν λίγες ώρες. «Όχι, κυρία Δικαίου, δεν είστε έγκυος».

Κάκια Ξύδη
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Σε ελεύθερη πτώση», εκδόσεις Οσελότος (2012)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments