Χιονίζει κι ένας αέρας φυσά.

Χριστούγεννα. Φωτάκια παντού. Επίφαση χαράς, πιθανόν κι ευτυχίας. Στα μπαλκόνια, στους δρόμους, στα πάρκα, όπως έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, φωτάκια. Τώρα πια τα βλέπεις κι έξω από τις εκκλησίες. Όχι τις καινούργιες, που έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς φωτάκια δε σου λένε τίποτα ως αρχιτεκτονήματα, αλλά στις παλιές αρχοντικές εκκλησιές μας, σ’ αυτές που αποτελούν πλέον σύμβολα, σ’ αυτές που ποτίστηκαν με αίμα και σπάρθηκαν με κόκαλα. Μόνο στα νεκροταφεία δεν έχει φωτάκια. Φαίνεται πως ακόμη δεν το σκέφτηκαν οι εραστές της ηλεκτρικής ηδονής.

Και με πιάνει μια άγρια διάθεση να γυρίσω όλη την πόλη, βαστώντας μια τανάλια στο χέρι, ή δεν ξέρω τι άλλο πιο κατάλληλο, και να αρχίσω να ξεθάβω τα καλώδια και να τα κόβω ένα ένα μέχρι να σβήσω όλα τα φωτάκια από παντού. Να μας βρουν οι γιορτές στο σκοτάδι μας. Να μας βρει το σκοτάδι μας. Να το βρούμε κι εμείς. Να το δούμε, να το συλλογιστούμε, να το ψηλαφίσουμε. Γιατί τόση σπατάλη απάτης;

Κι όμως είναι κάτι ώρες που κι εγώ γίνομαι μικρό παιδί. Τότε όλα τα ξεχνώ κι όλα πάλι γίνονται χαρούμενα. Όλα αυτά τα φωτάκια που ως ενήλικη και τάχα σοβαρά σκεπτόμενη θέλω να τα εξαφανίσω, όχι μόνο τα χαίρομαι, αλλά τρελαίνομαι να τα βλέπω. Περπατώ τότε στο κέντρο της πόλης και χαζεύω μαγεμένη τις βιτρίνες, τα ψεύτικα αγγελούδια, τους φουσκωτούς Αγιοβασίληδες. Βλέπω τις πορσελάνινες κούκλες με τα δαντελωτά φορέματα, τα αρκουδάκια, τους Πινόκιο, τα παζλ και τα θέλω όλα. Να τα στρώσω στο πάτωμα, να ξαπλώσω πάνω του και να χαθώ στο παιχνίδι που μου έλειψε. Να πλάσω ιστορίες, να φτιάξω διαλόγους παράλογους, να τα ζωντανέψω όλα μεμιάς σαν νεράιδα με το μαγικό μου ραβδάκι, για να ζωντανέψω μαζί τους κι εγώ.

Βασιλική Νευροκοπλή «Σε τέμπο κόκκινο», εκδόσεις Λιβάνη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments