Όποια ώρα κι αν ξυπνούσες κάποια πόρτα ακουγόταν να κλείνει. Πήγαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, χέρι χέρι, σήκωναν πράγματα εδώ, άνοιγαν εκεί, βεβαιώνονταν – ένα στοιχειωμένο ζευγάρι.

«Εδώ το αφήσαμε» είπε εκείνη. Και κείνος πρόσθεσε: «Ω, μα κι εδώ!». «Είναι στο επάνω πάτωμα» μουρμούρισε αυτή. «Και στον κήπο» ψιθύρισε αυτός. «Ήσυχα» είπαν «γιατί θα τους ξυπνήσουμε».

Αλλά δεν ήταν ότι μας ξυπνούσατε. Ω, όχι. «Γι’ αυτό ψάχνουν· τραβάνε την κουρτίνα» έλεγε κάποιος, κι έτσι, διάβαζε ακόμα μια δυο σελίδες. «Τώρα το βρήκαν» δήλωνε με σιγουριά, σταματώντας το μολύβι στο περιθώριο. Και μετά, κουρασμένος απ’ την ανάγνωση, σηκωνόταν να δει μόνος του, το σπίτι όλο άδειο, οι πόρτες ορθάνοιχτες, μόνο τα περιστέρια να φουσκώνουν από ευχαρίστηση και ο θόρυβος της αλωνιστικής μηχανής να έρχεται απ’ τη φάρμα. «Γιατί ήρθα εδώ πέρα; Τι ήθελα να βρω;» Τα χέρια μου ήταν άδεια. «Μήπως είναι πάνω λοιπόν;» Τα μήλα ήταν στη σοφίτα. Κι έτσι, κατέβηκε πάλι, ο κήπος πιο ήσυχος από ποτέ, μόνο το βιβλίο είχε γλιστρήσει στο γρασίδι.

Αλλά το είχαν βρει στο σαλόνι. Όχι πως μπορούσε κανείς ποτέ να τους δει. Στα τζάμια καθρεφτίζονταν μήλα, καθρεφτίζονταν τριαντάφυλλα· στο γυαλί όλα τα φύλλα ήταν πράσινα. Αν κινούνταν στο σαλόνι, το μήλο απλώς έδειχνε την κίτρινη πλευρά του. Όμως την άλλη στιγμή, αν άνοιγε η πόρτα, απλωμένο στο πάτωμα, κρεμασμένο στους τοίχους, αιωρούμενο απ’ το ταβάνι – τι; Τα χέρια μου ήταν άδεια. Η σκιά μιας τσίχλας διέσχισε το χαλί· απ’ τα πιο βαθιά πηγάδια της σιωπής το περιστέρι έβγαλε τον κελαρυστό του ήχο. «Σίγουρος, σίγουρος, σίγουρος» ο παλμός του σπιτιού χτυπούσε απαλά. «Ο θησαυρός θαμμένος· το δωμάτιο…» σταμάτησε ξαφνικά ο παλμός. Α, αυτός ήταν ο κρυμμένος θησαυρός;

Ένα λεπτό αργότερα το φως έσβησε. Έξω στον κήπο τότε; Αλλά τα δέντρα ύφαιναν σκοτάδι για μια πλανώμενη ηλιαχτίδα. Τόσο λεπτή, τόσο σπάνια, βυθισμένη απαλά κάτω από την επιφάνεια, η αχτίδα που αναζητούσα έλαμπε πάντα πίσω απ’ το γυαλί, θάνατος ήταν το γυαλί· θάνατος υπήρχε ανάμεσά μας· ήρθε πρώτα στη γυναίκα, εκατοντάδες χρόνια πριν, εγκαταλείποντας το σπίτι, σφραγίζοντας όλα τα παράθυρα· τα δωμάτια σκοτείνιασαν. Το εγκατέλειψε, την εγκατέλειψε, πήγε βόρεια, πήγε ανατολικά, είδε τ’ αστέρια ν’ αλλάζουν θέση στον ουρανό του νότου· αναζήτησε το σπίτι, το βρήκε ριγμένο κάτω απ’ τους λόφους. «Σίγουρος, σίγουρος, σίγουρος» ο παλμός του σπιτιού χτυπούσε με χαρά. «Ο θησαυρός δικός σας».

Ο άνεμος λυσσάει στη λεωφόρο. Τα δέντρα σκύβουν και λυγίζουν, πότε απ’ τη μια, πότε απ’ την άλλη. Αχτίδες φεγγαριού βουτάνε και ξεχύνονται με δύναμη στη βροχή. Μα η αχτίδα της λάμπας πέφτει κατευθείαν από το παράθυρο. Το κερί καίει, άκαμπτο και ακίνητο. Περιπλανώμενο μέσα στο σπίτι, ανοίγοντας τα παράθυρα, ψιθυρίζοντας για να μη μας ξυπνήσει, το στοιχειωμένο ζευγάρι αναζητά τη χαρά του.

«Εδώ κοιμόμασταν» λέει αυτή. Κι αυτός προσθέτει: «Αμέτρητα φιλιά». «Πρωινό ξύπνημα – » «Ασήμι ανάμεσα στα δέντρα – » «Επάνω – » «Στον κήπο – «Όταν ερχόταν το καλοκαίρι – » «Όταν χιόνιζε το χειμώνα – » Οι πόρτες συνεχίζουν να κλείνουν μακριά, χτυπώντας ελαφρά σαν τον παλμό μιας καρδιάς.

Πλησιάζουν· σταματούν στην είσοδο. Ο άνεμος κοπάζει, η βροχή γλιστρά ασημένια πάνω στο τζάμι. Τα μάτια μας σκοτεινιάζουν· δεν ακούμε βήματα δίπλα μας· δε βλέπουμε καμιά κυρία να απλώνει το στοιχειωμένο μανδύα της. Τα χέρια του προστατεύουν το φανάρι. «Κοίτα!» μουρμουρίζει. «Κοιμούνται βαθιά. Ο έρωτας φωλιάζει στα χείλη τους».

Σκύβοντας, κρατώντας το ασημένιο φανάρι τους πάνω απ’ τα κεφάλια μας, κοιτάζουν βαθιά ώρα πολλή. Κάνουν μια μεγάλη παύση. Ο αέρας μαίνεται· η φλόγα χαμηλώνει ελαφρά. Ατίθασες φεγγαραχτίδες διασχίζουν το πάτωμα και τον τοίχο και, εκεί που συναντιούνται, σημαδεύουν τα σκυμμένα πρόσωπα· τα πρόσωπα που συλλογίζονται· τα πρόσωπα που ψάχνουν αυτούς που κοιμούνται και αναζητούν την κρυμμένη χαρά τους.

«Σίγουρος, σίγουρος, σίγουρος» η καρδιά του σπιτιού χτυπά περήφανα. «Πολλά χρόνια» αναστενάζει. «Με ξαναβρήκες». «Εδώ» μουρμουρίζει εκείνη «κοιμόμασταν διαβάζαμε στον κήπο· γελούσαμε, παίζαμε με τα μήλα στη σοφίτα. Εδώ αφήσαμε το θησαυρό μας». Ενώ σκύβουν, το φως τους με αναγκάζει να σηκώσω τα βλέφαρα. «Σίγουρος, σίγουρος, σίγουρος!» χτυπά τρελά ο παλμός του σπιτιού. Ξυπνώντας, φωνάζω: «Ω, αυτός είναι ο κρυμμένος σας θησαυρός; Το φως της καρδιάς».

Βιρτζίνια Γουλφ, Ένα στοιχειωμένο σπίτι και άλλα διηγήματα.

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments