Αξιέραστη πελατεία, περάστε. Είσοδος δωρεάν. Διανυκτερεύουμε.
Και προγραμματίζω παννυχίδες διαρκείας χιλιετιών ­ ακόμη.

Είμαι ο διασκεδαστής της συνοικίας σας. Και της υφηλίου σας. Δεν είναι ακριβώς «καμπαρέ» το μαγαζί μας, πρώην θάλαμος καυσαερίων είναι, αλλά το διακοσμήσαμε, έγινε ψυχαγωγείον δι’ οικογενείας. Ο εισερχόμενος αμείβεται. Θα δείτε πώς. Πόσο.

Κοινό μου μορφωμένο, είσαι ένα κοινό καθόλου κοινό. Δεν καταδέχεσαι τα κοινά, ούτε τον κοινό νου, ούτε την κοινή λογική, περάστε. Θα ψυχαγωγηθούμε με συναισθήματα καλής οικογενείας.
Στην είσοδο θα υπάρχει σημαία. Σημαία ευκολίας. Ή σημαίες διαφόρων ηπείρων, για διαβατήριο. Θα τους ψάλλουμε τον διεθνή εθνικό ύμνο που αρχίζει με: ω σημαία θνησιμαία και του έθνους προκυμαία παντού ίπτασαι ακμαία και λοιπά.

Πρεμιέρα με πάρτι για το τρίτο χιλιάρικο μ.Χ. Να χαιρετήσουμε τη χιλιετία. (Ή μήπως να μας αποχαιρετήσει; Φημολογείται πως θα συνεχίσει δίχως εμάς, ο πλανήτης, λένε, έχει οργανώσει απορριπτική διαδικασία μας και έξοδό μας. Έξοδος δωρεάν).
H αρχική χιλιετία μας έκανε πρεμιέρα με τη γέννηση βρέφους που εδηλώθη ­ και εδήλωσε ­ υιός Θεού. Εγώ θα είμαι ολιγαρκέστερος. Δηλώνω κομπέρ σας. Μόνο. Αμοιβή με την ώρα. Αμοιβή δική σου δηλαδή, ελλογιμώτατε θεατή μου, επειδή το πρόγραμμα της ρεβύ είσαι εσύ. Θα το πάμε ολονυχτία. Θα σε ξενυχτήσω.

Ο Θεούλης, καλός ή κακός, καλώς ή κακώς, έπλασε την ημέρα. Για τα κορόιδα. Σαν εσένα. Τη νύχτα μου την εμπιστεύτηκε εμένα. Ο χρυσός μου. Η ημέρα μυρίζει ιδρώτα. Η νύχτα μοσχοβολάει φόνο. Σαν κι εμένα.

Αναρχικός; Εγώ; Με πληγώνεις, χρυσέ μου πελάτη μου. Η αναρχία έγινε μόδα. Και οι μόδες είναι για άτομα μειωμένης νοημοσύνης.
Αναρχικός γίνεται αυτός που δεν κατάφερε να γίνει αστός.
Η αναρχία, εράσμιε πελάτη μου, είναι το όπιο του λαού. Όπιο του καλού κόσμου είναι η μοναρχία. Η Αμερική είναι το όπιο των απανταχού κυβερνήσεων, αλλά και των Αμερικανών. Η ηρωίνη δεν γνωρίζω ποιανού όπιο είναι, πάντως όχι του κύκλου μου, είναι τεκμήριο απουσίας φαντασίας.

Το πρόγραμμά μου θα είσαι εσύ, σου το είπα; Και το θέμα μου. Το απαιτείς από καιρό. Χιλιετίες τώρα. Το κατάστημα, θεατή μου καλλιεργημένε, σου έχει τάξει ένα σκετς με φόνο. Αυθεντικόν. Το έχουμε προ-αναγγείλει σε όλες τις εφημερίδες και σε όλα τα επιτελικά ανακοινωθέντα. Μας το έχουν διαφημίσει ­ ευγενής χορηγία ­ τοιχοκολλήσει, προγραμματίσει, όλες οι κυβερνήσεις κάθε υφηλίου, σκετς μετά φόνου. Και όχι φόνου λαϊκίστικου, τύπου Πεκακά, Ουτσεκά, Φτουκακά. Φόνου από ανία. Δική σου.

Επειδή τα εφτά σου θανάσιμα αμαρτήματα είναι τρία: βλακεία, πενία και ανία. Πάσχεις κυρίως από το τρίτο. Διότι και ούτε πολεμάς και διότι έχεις πάρα πολύν καιρό να νικήσεις. Βλέπεις, σε απογοήτευσε και η ιδεολογία σου. Η οποία προπολεμικά (προ ποιου πολέμου;) ήταν μια πόρνη επιμελής, αρτιμελής και νοικοκυρεμένη, σε δεχόταν με λαμέ τουαλέτα. Τώρα σε δέχεται στην τουαλέτα (του Δήμου). Μία, διάτρητη, οιονεί κυρία.

Είναι αναγκαίο, φίλε θεατή, για εναρκτήριο λάκτισμα χιλιετίας, να έχουμε πάλι γέννηση Θεού; Δεν προτιμάς καλύτερα να την εγκαινιάσουμε με φόνο πελάτου; Τον δικό σου, ας πούμε; Δεν θα είναι θεραπεία για την ανία;
Όχι, δεν θα το επωμισθώ εγώ ιδιοχείρως, εγώ βαριέμαι αποχωρισμούς, βιασμούς, βομβαρδισμούς, μεταλλάξεις και τέτοια παιδικά παιχνίδια. Θα προβούμε σε κάτι πιο… εκλεπτυσμένο. Πιο… αιώνιο.

Φιλοδοξείς, πονηρούλη, να εκτελεστείς προσωπικά από μένα!! Αθώε τύπε! Μα, μαρτύρησα εγώ πότε, ποιος, και από ποιόν;

Λοιπόν: Το πρόγραμμά μας. Θα εκτελείται μουσική. Και ένας πελάτης. Θα γίνεται με λοταρία. Ημερομηνία άδηλη. Κάποιο βράδυ. Στη λοταρία, χρυσέ μου θεατή, τον λαχνό θα τον τραβάς εσύ, όχι εγώ. Και αν ποθείς να είσαι εσύ ο λαχνός, να μου προσέρχεσαι κάθε βράδυ. Και πού θα σου πάω, κάποιο βράδυ θα βγάλεις από την κληρωτίδα το όνομά σου, δεν μπορεί να είσαι μόνιμα εκτός τύχης. Γίνε μόνιμος θαμώνας. Και κάποια στιγμή θα κληρωθείς: το θύμα της βραδιάς. Θα σε καταστήσω διάσημο. Μπορώ να σου τραγουδάω και κάτι θορυβώδες μετά, ή κατά: Κάτι νοσταλγικό: του στυλ, καθιστή στην κουπαστή ιππαστί σαν τραβεστί μικροαστή ­ κάτι παρεμφερές.

Ξέχασα να το ανακοινώσω στο διαφημιστικό: το πρόγραμμα εκφωνείται σε γλώσσα αμερικανική. Διανθισμένο με σουξέ γνωστού κλασικού βάρδου «να ζει κανείς; Ή να μη ζει κανείς;», άσματα από τον Εμφύλιο Πόλεμο και την Εμφύλια Δημοκρατία. Διανοούμενοι, εν συνεχεία, θα προβούν στην αρμόδια αποσοδόμηση.

Λιποταχτείς; Ψάχνεις γύρω για ξύλο, να το χτυπήσεις; Ματαιοπονείς. Τώρα όλα τα ξύλα είναι πλαστικά. Και το τίμιο ξύλο….

Ποθείς και συ ν’ ακούσεις καλή κουβέντα; Από μας; Μην περιμένεις. Διότι τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματά σου, αθώε μου, είναι ένα: εμείς οι άλλοι.
Μην κλαις. Δεν είναι της μόδας.

 

Παύλος Μάτεσις «Στρατόπεδο αυτοσυγκεντρώσεως»

Μοιραστείτε το:

Comments