Νίκο Ατζαμή τον λέγανε. Τον βρήκανε στο σταυροδρόμι, λίγο παρακάτω από την Εθνική Τράπεζα, πεσμένον καταγής να κλαίει. Το δεκανίκι του είχε πέσει μέσα στις λάσπες, και το πόδι του ήταν γυμνό, γιομάτο πληγές. Θα ήταν ως έντεκα χρονών, μα είχε εκείνη την ακαθόριστη ηλικία, το ακαθόριστο χρώμα μαλλιών και δέρματος, που η πείνα ξέρει να δίνει. Ένα σκυλί δίπλα του τού έγλειφε το πόδι. Ο κόσμος, μαζωμένος τριγύρω, έδιωχνε το σκύλο και κοίταζε το παιδί με συμπόνια. Μα το αγόρι φώναζε πού και πού: «Είναι δικό μου το σκυλί! Μην το βαράτε!» Και το σκυλί, όσο και να το έδιωχνε ο κόσμος, δεν έφευγε κοντά από το παιδί.

Αυτά μάθαμε από μια κοπέλα πονόψυχη, που μάς έφερε τον Ατζαμή στο νοσοκομείο μέσα σ’ ένα καροτσάκι… Ένα καροτσάκι της κακής ώρας -από κείνα που φτιάχνανε τότες με παλιοσανίδες και με κασόνες, που βάζανε από κάτω δυο ρόδες και κάνανε όλες τις μεταφορές. Από αυτά τα καροτσάκια που εφεύρε η ανάγκη και η φτώχεια και που τα έβλεπες στους δρόμους της Αθήνας να κουβαλάνε σάκκους, ανθρώπους, ακόμα και πεθαμένους…

Μέσα σε ένα τέτοιο λοιπόν καροτσάκι βάλανε τον Ατζαμή, γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει, εξαντλημένος καθώς ήτανε, με τις πληγές στα πόδια από την αποβιταμίνωση. Μπροστά το καροτσάκι, που το έσερνε ένας άλλος μικρός λούστρος, πίσω ο σκύλος και παρακάτω η κοπέλα, φτάσανε έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωινό στο νοσοκομείο.
Η κοπέλα ήταν βιαστική, γιατί δούλευε κάπου, σ’ ένα γραφείο’ έβγαλε από την τσέπη της και πλήρωσε τριακόσιες πενήντα δραχμές, ολόκληρη περιουσία τότε, για το καροτσάκι από την Ομόνοια ως τη Ριζάρειο. Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό της, γιατί σ’ όλον το δρόμο έτρεχε να προφτάσει τα παιδιά.
Είπε στην Προϊσταμένη: «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς και ν’ αφήσω έτσι στο πεζοδρόμιο το παιδί.» Σαν νάθελε να δικαιολογήσει την πράξη της αυτή… «Κανένας», είπε ακόμα, «δεν το σήκωνε από χάμω. Κάθονταν μόνο και το κοίταζαν οι άνθρωποι. Κουνούσαν το κεφάλι και ύστερα τραβούσαν το δρόμο τους…»
Κι έπειτα, χαμηλώνοντας τη φωνή, είπε στην Προϊσταμένη, που, φαίνεται, τη γνώριζε από πριν. Τής είπε, σαν σε μια ξαφνική εξομολόγηση: «Και, ξέρετε, έκανε αυτό το παιδί με το χέρι του μια κίνηση τόσης απελπισίας και βαριεστημάρας μαζί… Μια κίνηση τέτοια, σαν κι αυτή που έκανε με το χέρι του πριν να πεθάνει ο πατέρας μου! Και μ’ έπιασε κάτι εδώ στην καρδιά».
Αυτά είπε η νέα, Λιλίκα, θυμάμαι, τη λέγανε. Έδινε, καθώς μάς είπε, μαθήματα πιάνου. Κι είχε χάσει απόψε ένα μάθημα για να κουβαλήσει τον Ατζαμή στο νοσοκομείο…
Φαινόταν πως τον είχε κιόλας αγαπήσει και πως ήθελε να τον πάρει στην προστασία της. Ίσως η καρδιά της να πλημμύριζε από τρυφερότητα κι αγάπη. Ήταν τόσο νέα ακόμα.
Τού είπε: «Κάτσε εδώ, Νίκο, και αύριο που θα έρθω να σε δω, θα σού φέρω παστέλια… Κοίτα να συνέρθεις, να φας, να δυναμώσεις και, άμα γίνεις καλά, θα σού βρω δουλειά, να γίνεις μια μέρα ένας καλός και τίμιος άνθρωπος. Θέλεις; Να μη μάθεις να γυρίζεις και να ζητιανεύεις στους δρόμους.»

Ο Νίκος Ατζαμής άκουγε όλα αυτά τα λόγια, κουνούσε το κεφάλι του, μα τα μάτια του τα είχε, όπως πρόσεξα, γυρισμένα κατά την πόρτα. Ήταν, θυμάμαι, καθισμένος εκεί στον πάγκο, στον προθάλαμο του νοσοκομείου.
«Θέλεις να φύγεις;» τον ρώτησε η δεσποινίς Λιλίκα, που πρόσεξε τη ματιά του. «Πού να πας; Έμαθες να τριγυρίζεις στους δρόμους;»
«Όχι!» είπε ο Ατζαμής. «Δε θέλω να φύγω. Μα, να, έχω το σκύλο μου έξω.»
«Το σκύλο σου;» είπε ένας νοσοκόμος περνώντας από κει, που κοντοστάθηκε σαν άκουσε τη συζήτηση της κοπέλας και του παιδιού. «Έννοια σου και θα σού τον συγυρίσουνε καλά οι μαυραγορίτες! Θα τον πουλήσουνε για αρνάκι του γάλακτος… Και, αντί να φάει…, θα φαγωθεί.»
Όλοι γελάσανε με την εξυπνάδα του νοσοκόμου. Τα αστεία του ήταν του γούστου της εποχής. Μα ο Νίκος Ατζαμής δεν γέλασε καθόλου. Έσκυψε μονάχα περισσότερο το κεφάλι και τα μάτια του. Δεν ξέρω πώς τα έκανε και φανήκανε τριγύρω ένα σωρό μικρές ζάρες, σα να ήτανε γεροντάκι. Ναι, δε γέλασε. Έμεινε μάλιστα πολύ σκεφτικός και πάλι κοίταξε από την πόρτα…

Ένας γιατρός μπήκε εκείνη την ώρα, κοίταξε το Νίκο κι αμέσως κατάλαβε με μια ματιά τι είχε.
«Πελάγρα!» είπε.
Αρρώστεια και αυτή της εποχής που ζούμε. Πονάει πρώτα το δέρμα, σκάει και ύστερα ανοίγει πληγές. Άμα όμως φάει κανείς αμέσως αυγά, γάλα, λάδι, γιατρεύεται και κλείνουνε οι πληγές.
Μα ποιος είχε να φάει αυγά, γάλα, λάδι -λάδι από τα δέντρα μας!- και πού να τα βρει ο δύστυχος ο Ατζαμής; Ήταν κι αυτός από τον Πειραιά. Και ό,τι ρίχνει ο Πειραιάς στην Αθήνα, είπαμε, είναι δέκα φορές χειρότερο στην πείνα, στην αθλιότητα.

Η Προϊσταμένη ξανάρχισε το συνηθισμένο της ερωτηματολόγιο:
«Γονείς;»
«Τους έχασα.»
«Αδέρφια;»
«Κανέναν.»
«Σπίτι;»
«Κοιμόμουν σε μια παράγκα μισογκρεμισμένη με το σκύλο μου, που μού κράταγε ζέστη και συντροφιά.»
«Καλά λοιπόν», λέει η Προϊσταμένη. Τι άλλο να τον ρωτήσει ακόμα; «Κάτσε εκεί… Τώρα θάρθουν να σε κουρέψουνε, να σού κάνουνε μπάνιο, ύστερα θα σε πάνε πάνω, στο κρεβάτι και κει θα φας.»
«Καθαρός – καθαρός πια!» τού λέει η δεσποινίς Λιλίκα. «Και κοίτα να μη φύγεις από δω, για να κλείσουν οι πληγές σου. Τ’ ακούς αυτά που σού λέω;»
«Καλά», είπε ο Ατζαμής και κούνησε το κεφάλι. Μα πάλι -οπ!- η ματιά του πήγε κατά την πόρτα.
«Συλλογίζεται το σκυλί του», σκέφτηκα εγώ και, περνώντας ύστερα από το διάδρομο του πρώτου πατώματος, είδα πραγματικά κάτω ένα άσπρο σκυλί, ένα σκυλί του δρόμου, μπροστά στην πόρτα, να περιμένει. Περίμενε σαν άνθρωπος. Γύριζε μάλιστα το κεφάλι του ανήσυχο, με τα μάτια έξυπνα, να δει ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε. Και, σαν άνοιγε η πόρτα, έκανε να χωθεί μέσα. Μα αμέσως το διώχνανε και γύριζε πίσω… Και όλο αυτό γινότανε…

Σίγουρα, σκέφτηκα, θα είναι το σκυλί του Ατζαμή… Ο σύντροφος που περάσανε μαζί το χειμώνα… Το φοβερόν αυτόν και ασυνήθιστο για την Αθήνα χειμώνα, με το τόσο κρύο. Οι δυο τους, σκέφτηκα, το παιδί και ο σκύλος, αγκαλιασμένοι, θα περάσανε τις άγριες νύχτες μέσα στη γκρεμισμένη παράγκα, που από παντού θα έμπαινε το κρύο και ο άνεμος. Και έβλεπα το τοπίο, έξω από τον Πειραιά, το τοπίο όπως το ξέρω, γυμνό, άχαρο και με μακρυά κάτι ξερούς λόφους όλο πέτρα και κάτι φάμπρικες ερειπωμένες -και πολύ πιο μακρυά, κατά τον Άγιο Γιώργη, τη θάλασσα, που θα βούϊζε και αυτή μέσα στη νύχτα και την ερημιά. Και τα δυο αυτά εγκαταλειμμένα πλάσματα του Θεού, μέσα σε μια μισογκρεμισμένη παράγκα, μέσα στο σκοτάδι, θα τα έδερνε ο βοριάς κι εκείνα θα κρατιόνταν αγκαλιασμένα σφιχτά, για να μην κρυώνουνε και να μη φοβούνται μέσα στη νύχτα. Δυο πλάσματα του Θεού: ένας Νίκος αλητάκι κι ένας σκύλος του δρόμου.

Κάθησε πολλήν ώρα εκεί το σκυλί και περίμενε. Σαν ξαναπέρασα από το διάδρομο -είχα πάει να κάνω κάποια δουλειά στην άλλη πτέρυγα του νοσοκομείου- το είδα πάλι να στέκεται στην ίδια θέση. Περίμενε. Δεν έφευγε.

Θα περίμενε πολύ ακόμα ίσως το σκυλί. Θα περίμενε, μα ύστερα θα απελπιζόταν. Δε θα έβλεπε να έρχεται το αφεντικό του. Θα πείναγε και θα έφευγε. Θα τριγύριζε με κατεβασμένη ουρά από δρόμο σε δρόμο, ώσπου κι αυτό κάποιο πρωί, μοναχό, εγκαταλειμμένο, δίχως καμιά ελπίδα, θα κουλουριαζόταν σε κάποια γωνιά και θα ψόφαγε. Τέτοια θα ήταν η μοίρα του -όπως τέτοια είναι η μοίρα πολλών σκύλων και πολλών ανθρώπων. Να ψοφάνε μοναχοί και εγκαταλειμμένοι σε μια γωνιά. Πόσα σκυλιά και πόσους ανθρώπους τούτον το χειμώνα δεν είδαμε έτσι να πεθαίνουνε στις γωνιές των δρόμων! Και τα μάτια των σκυλιών ήτανε τόσο καρτερικά, καθώς προσμένανε το θάνατο!… Μόνο που θα τρέμανε λίγο από το κρύο τα σκέλια τους. Και δίπλα τους, στο δρόμο, κυλούσε το μεγάλο ποτάμι των ανθρώπων, που, ανήσυχοι, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα, τρέχανε, κυνηγούσανε να βρούνε κάτι να αγοράσουνε να φάνε, αυτοί και τα παιδιά τους, πριν κουλουριαστούνε σε μια γωνιά, προσμένοντας έτσι το θάνατο.

Ο σκύλος του Ατζαμή, αν έζησε ως τώρα και δεν ψόφησε μαζί με όλους τους άλλους σκύλους της Αθήνας και του Πειραιά, ήταν γιατί είχε αφεντικό το αλητάκι και μοιραζότανε μαζί του την καθημερινή μπουκιά. Μα τώρα ποιος θα έδινε κάτι στο σκυλί του Ατζαμή να φάει;…
Αυτά ίσως όλα να συλλογιζόταν ο Νίκος Ατζαμής, την ώρα που τον κουρεύανε και τον ετοιμάζανε για μπάνιο. Αυτά θα γύριζε μέσα στο κεφάλι του.
«Τι θέλω εγώ εδώ μέσα στα χνώτα, στις φωνές και στα κλάματα των παιδιών που λούζουνε; Τι γυρεύω μέσα σε τούτο το νταβατούρι και μέσα στους ξένους ανθρώπους, με τις ψαλίδες και τα σαπούνια στα χέρια; Και το βράδυ ποιόνε θάχω κοντά μου, να με ζεσταίνει; Ο Μπούμπης τι θα γίνει μοναχός; Κι αν γυρίσει ξανά ο Εγγλέζος που μούδωσε το σκύλο, το Μπούμπη, και μού τον ζητήσει; Τι να τού πω; Τόσο ψωμί έφαγα κοντά του. Τού καθάριζα τα παπούτσια, είχα το κασελάκι μου ακόμα. Δε μού το είχανε κλέψει. Όταν έφευγε, μού άφησε το σκύλο, εγώ τού είπα: Ωλ ράϊτ, γιες! Έννοια σου και φεύγα! Εγώ θα τον κρατώ το σκύλο σου, γιατί τα ζωντανά τ’ αγαπώ!»
Και είχανε τέλεια συνεννοηθεί ο Εγγλέζος και το παιδί, και ας μην ξέρανε καλά καμιά γλώσσα να τα πούνε.
Αυτά όλα ξαναθυμόταν ο Νίκος Ατζαμής, εκεί καθώς τον κουρεύανε, με την ψιλή μάλιστα μηχανή. Άσε κιόλας που πονούσε στο κούρεμα, γιατί είχε πληγές στο κεφάλι και έμπηξε τις φωνές.

Μα κι αυτοί στο Άσυλο, τι ανάποδα που κάνανε τις δουλειές! Αντί πρώτα να τού δώσουνε να φάει, τον καθίσανε και τον κουρέψανε. Ήταν να μην αγριέψει ένα παιδί, που το μαζέψανε από το δρόμο, για νάναι τάχα καλύτερα εδώ;
Αγρίεψε και ο Ατζαμής, φοβήθηκε, είχε την έννοια και του σκύλου του’ και παραμόνευε τώρα σα ζουλάπι, να βρει τη στιγμή που θα μπορούσε να το σκάσει. Ανάθεμα σ’ αυτήν, συλλογιζότανε, που τον ξεγέλασε και τον έφερε ως εδώ. Και, μια στιγμούλα που ήταν όλοι γύρω απασχολημένοι και κανείς δεν τον πρόσεχε, όταν τον άφησε ο κουρέας για να τον παραλάβει ο νοσοκόμος να τον πλύνει, ο Ατζαμής κούτσα-κούτσα τους ξέφυγε από τα μάτια.

Μια και δυο με το δεκανίκι του, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά με φόβο και χτυποκάρδι να μην τον δούνε, βγήκε στο χωλ του νοσοκομείου, που ήτανε γιομάτο κόσμο’ όλοι σπρώχνανε, όλοι φωνάζανε, όλοι παρακαλούσανε για μια θέση και ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο… Μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα ποιος να προσέξει τον Ατζαμή; «Να ευκαιρία ωραία για να το σκάσω και να βγω έξω από δω πέρα!» σκέφτηκε ο Ατζαμής.
Ο θυρωρός μόνο στην πόρτα τού φώναξε:
«Ρε συ, πού πας; Δε σε κρατήσανε μέσα;»
«Όχι!» έκανε με το κεφάλι του ο Ατζαμής’ κι αμέσως γλίστρησε έξω από την ανοιχτή πόρτα του νοσοκομείου έξω στη μεγάλη λεωφόρο.

Πώς βρήκε τώρα, θα μού πείτε, τη δύναμη να περπατήσει ο Ατζαμής, που πριν δεν την είχε, όταν τον κουβάλησε η δεσποινίς Λιλίκα με το καροτσάκι; Ε, αυτά είναι μυστήρια που μάθαμε να ξεδιαλύνουμε όσοι καταγινόμαστε με τα αλητάκια. Εκτός που είναι παμπόνηρα, εκτός που συχνά ξαπλώνονται κάτω και κάνουνε τον άρρωστο, άμα ένα αλητάκι θέλει να το σκάσει από το νοσοκομείο, και μισοπεθαμένο να είναι, πάντα θα βρει τον τρόπο! Και ο φόβος δίνει φτερά.

Σαν κατεβήκαμε εμείς οι νοσοκόμοι να πάρουμε τον Ατζαμή, άφαντος είχε γίνει! Ψάξαμε από δω, από κει -πουθενά ο Ατζαμής!… Φωνάξαμε, βγήκαμε στην αυλή… Τίποτα!
«Θα τόσκασε, όπως ο άλλος ο μικρός που φέρανε τάχα μισοπεθαμένο με το φορείο!» είπε ένας νοσοκόμος γελώντας. «Αμ’ κλείνονται εύκολα τα σπουργίτια στο κλουβί!» είπε ακόμα μοναχός.
Η δεσποινίς Λιλίκα ήταν απαρηγόρητη το απόγεμα, σαν ήρθε να δει το παιδί. «Κρίμα ο κόπος μου», είπε, «και το μάθημα που έχασα εξ αιτίας του!»
Η Προϊσταμένη έμπηξε τις φωνές. «Κατάστασις είναι αυτή εδώ μέσα;» ξεφώνιζε. «Έτσι λοιπόν προσέχετε τα παιδιά;»
Οι νοσοκόμοι μουρμουρίζανε: «Σάματι να είναι το πρώτο και το δεύτερο που μάς το σκάει; Τώρα δεν το ξέρει και η ίδια πως δύσκολα τα παιδιά του δρόμου συμμαζεύονται; Τι φωνάζει; Μάθανε πια στην αλητεία.»
Ο κουρέας μάλιστα διηγόταν πως μια μέρα τόσκασε ένα παιδί μέσα από τα χέρια του, ώσπου να φέρει το ψαλίδι, και έφυγε με το κεφάλι μισοκουρεμένο.
Πάει λοιπόν ο Ατζαμής. «Αμ’ αφού τον λέγανε και Ατζαμή, τι περιμένατε;» είπε μια μπανιέρισα γελώντας.

Και η ιστορία του Ατζαμή θα τελείωνε εδώ, θα τελείωνε έτσι απλά, όπως όλες οι ιστορίες των ανθρώπων και των ζώων ακόμα, που φτάνουν ως κάτου κι έπειτα σταματάνε. Εσύ τραβάς το δρόμο σου, τη ζωή σου και τις ξεχνάς. Μα κάποτε, στα καλά καθούμενα, δίχως καμιά αφορμή, άξαφνα τις ξαναθυμάσαι. Λυπάσαι, τότε, για τις θλιβερές αυτές ιστορίες των ανθρώπων και των ζώων και, άντε, πάλι πασκίζεις να τις ξεχάσεις, για να μπορέσεις κι εσύ να ζήσεις. Και τις ξεχνάς, το κατορθώνεις. Μόνο που η καρδιά απομένει βαρειά και, με τον καιρό, όλο και βαραίνει περισσότερο.

Όμως η ιστορία του Ατζαμή δεν ήταν ακόμα για να τελειώσει. Ένα βράδυ, αργά, γύριζα από τη δουλειά μου μόνη και βιαστική μέσα στους σκοτεινούς δρόμους και έτρεχα. Έτρεχα μέσα στο σκοτάδι των δρόμων της Αθήνας και άκουγα κείνο το φρικιαστικό φώναγμα, που κάνανε οι πεινασμένοι και που έμοιαζε σα νιαούρισμα. Κείνο το «πεινάω!» που σού τάραζε μέσα την καρδιά και έβλεπες τους ανθρώπους να τριγυρνάνε σαν σκιές κολασμένες του Άδη, να πηγαίνουνε, τρικλίζοντας από την πείνα, σα μεθυσμένοι και ύστερα, ξαφνικά, να πέφτουνε και να σωπαίνουνε.

Ναι, μια τέτοια νύχτα, που γύριζα από το νοσοκομείο και που, περπατώντας, πρόσεχα να μη σκοντάψω σε κανέναν άνθρωπο πεσμένον καταγής, καθώς πήγαινα με το φαναράκι στο χέρι αναμμένο, είδα ένα παράξενο σύμπλεγμα, εκεί στο πεζούλι της εκκλησιάς του Αγίου Διονύση.

Ένα παιδί, με το κεφάλι γυρμένο μπροστά, έκλαιγε απαρηγόρητα με αναφιλητά και κάτι κρατούσε στην αγκαλιά του. «Μωρό θάναι», σκέφτηκα’ μα, σαν πήγα πιο κοντά, στάθηκα και φώτισα με το φως του φαναριού το σύμπλεγμα. Τότε είδα πως το παιδί ήταν στα αίματα βουτημένο και πως, αντίς μωρό, που φαντάστηκα πως κρατούσε στην αγκαλιά, ήταν ένα σκυλί.

Τόσο απαρηγόρητα έκλαιγε το παιδί, τόσο βαθύ ήτανε το σκοτάδι γύρω και η ερημιά του παιδιού που έκλαιγε μοναχό μέσα στη νύχτα, που ράϊζε η καρδιά.
Στάθηκα και το ρώτησα: «Πονάς; Σε χτύπησε κανένας; Γιατί κλαις;»
Μα το αγόρι δεν απαντούσε. Έκλαιγε μονάχα πιο πολύ. Επέμενα…
«Δε με χτυπήσανε εμένα. Χτυπήσανε το σκυλί!» είπε τέλος το αγόρι, κρατώντας πάντα χαμηλωμένο το κεφάλι. Και έκλαιγε…
«Μού το σκοτώσανε το σκυλί μου! Δε βλέπεις; Μια μοτοσυκλέτα που πέρασε προτύτερα, μού σκότωσε το σκυλί μου! Να τάκουγες πώς φώναζε! Έτρεξα και το πήρα στα χέρια… Μα να, τώρα σώπασε, θα ψόφησε…»
Και πάλι το παιδί αρχίνησε τα κλάματα και τα αναφιλητά.
«Έλα μαζί μου», του λέω.
Το αγόρι έκανε με το χέρι του ένα κίνημα απεγνωσμένης βαριεστημάρας. Κείνο το ίδιο κίνημα που είχα προσέξει στο νοσοκομείο, όταν το πρωτοφέρανε, κείνην την ίδια κίνηση του χεριού, που είχε συγκινήσει τόσο και την κοπέλα που το πρωτοβρήκε.
«Έλα μαζί μου», τού ξαναλέω.
Καμιά απάντηση. Έκλαιγε πάντα το αγόρι, σκυμένο πάνω από το σκυλί που κράταγε στην αγκαλιά του.
«Και τώρα τι θα κάνεις;… Έτσι θα κρατάς το σκυλί;… Παράτα το και έλα μαζί μου.»
Τότε σήκωσε τα μάτια και με είδε. Μα, σαν αναγνώρισε τη στολή της νοσοκόμου, φοβήθηκε και κίνησε να φύγει.
Τον έπιασα από το χέρι…
«Στάσου, μη φοβάσαι», του λέω. «Ξέρω είσαι ο Ατζαμής. Δε θα πάω στο νοσοκομείο. Έλα σπίτι, μαζί μου. Μόνο άφησε εδώ σε μια γωνιά το σκυλί. Τι θα το κάνεις πια; Ψόφησε, δε βλέπεις;»
Μα το αγόρι στο άκουσμα αυτό αγρίεψε περισσότερο.
«Ποτές!» φώναξε. «Ποτές! Δε θα το παρατήσω πουθενά, ούτε στο δρόμο, ούτε στα σκουπίδια. Θα πάω να το θάψω κει στον Κήπο το Μεγάλο, που ψες κοιμηθήκαμε’ που τελευταία κοιμόμαστε αγκαλιά, κάτω από ένα δέντρο.» Και η φωνή του πνίγονταν από τα κλάματα.
Είπε ακόμα: «Και κάθε βράδυ εκεί θα πηγαίνω να κοιμάμαι, να μην το αφήνω μοναχό.»
Τα λόγια αυτά ο Ατζαμής τα έλεγε γλήγορα, λαχανιασμένα, σα να είχε τρέξει πολύ, και μαζί οργισμένα. Κι είχε μια τέτοια έκφραση άγριας απελπισίας το πρόσωπο του παιδιού, που δύσκολα μπορούσες να τη φανταστείς έτσι σε πρόσωπο μικρού παιδιού.

Καθώς τον κράταγα, τραβήχτηκε με βία από τα χέρια μου και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, κρατώντας πάντα το σκοτωμένο σκύλο του σφιχτά στην αγκαλιά. Χάθηκε από μπροστά μου, σα μια μικρή σκιά του Άδη.
Ήταν αδύνατο πια να τον βρεις.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Λιλίκα Νάκου, η κόλαση των παιδιών (1944)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments