Η πλατεία του χωριού ήταν απέναντι από το σπίτι μας. Εκεί έπαιζα πάντα. Μόνος ή με τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς. Ο,τι παιχνίδια. Τις πιότερες φορές παίζαμε πόλεμο: Εδώ οι αντάρτες, εκεί οι φασίστες. Τους λέγαμε και «Μπουραντάδες». Είχαμε φυσικά και ντουφέκια, ξύλινα, σταυρωτά φισεκλίκια και δίκοχα. Χαλούσε ο κόσμος από τα πολυβόλα και το ντουφεκίδι: μπαμπ, μπουμ, κα – κα – κα, τρρρ. Εγώ πάντα κατάφερνα να είμαι αντάρτης και μάλιστα καπετάνιος, γιατί είχα οικονομήσει καμιά εικοσαριά άδεια φυσίγγια από τους αντάρτες.
Κείνη τη μέρα που ήρθε η Μαρία ήταν η πλατεία ήσυχη και γω έπαιζα το αγαπημένο μου παιχνίδι σαν ήμουν μόνος: Εβαλα στη σειρά τα άδεια φυσίγγια, ξεμάκρυνα καμιά δεκαριά βήματα, τράβηξα από το λουρί μου τα λάστιχα, έβγαλα από τη βαθιά μου τσέπη ένα άσπρο γυαλιστερό βότσαλο, από κείνα που διάλεγα στο ποτάμι του χωριού, το έβαλα στη σκάλα, έκλεισα το αριστερό μάτι και τανύζοντας τα λάστιχα σημάδεψα τα φυσίγγια. Ενα απ’ αυτά έκανε «κλιγκ» και πετάχτηκε από τη θέση του. Χαμογέλασα, ικανοποιημένος, γλείφοντας τα χείλη μου. Ομως δεν πετύχαινα και πάντα. Τότε φταίγανε τα φυσίγγια ή το βότσαλο ή και τα λάστιχα.
Εβαλα πάλι ένα βότσαλο και ξανασημάδεψα… Ημουν τόσο αφοσιωμένος στο παιχνίδι, που ούτε κατάλαβα ότι ήρθε η Μαρία.

Η Μαρία ήτανε δεκαοχτώ χρονώ, φίλη της αδερφής μου και γραμματέας της ΕΠΟΝ του χωριού μας. Οταν ερχότανε στο σπίτι μας αισθανόμουνα πως ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι μου, κοκκίνιζα, τραβιόμουνα σε μια γωνιά κι έκανα πως δεν την έβλεπα. Οταν όμως νόμιζα πως δε με πρόσεχε κανείς, κάρφωνα τα μάτια μου πάνω της και αποξεχνιόμουνα. Η Μαρία δεν άργησε να καταλάβει και συχνά έλεγε τραγουδιστά:
«Τι λες, Γιωργάκη, παντρευόμαστε; θα σε περιμένω να γίνεις είκοσι χρονώ. Δέκα χρόνια μόνο θα περιμένω, δεν είναι κι τόσα πολλά. Συμφωνάς;»
Συμφωνούσα λέει! Και μου το ‘λεγε με μια φωνή που γέμιζε την ψυχή μου, έτσι που μου τη γέμιζαν κάτι αηδόνια τις χαραυγές. Εσκυβε πάνω μου και με τύλιγε μεμιάς η μοσκοβολιά του κορμιού της. Μια μοσκοβολιά όπως στ’ αγριολούλουδα. Εκλεινα τα μάτια κι ανάσαινα βαθιά. Ενιωθα το στήθος της κάποτε να μου γαργαλάει τ’ αυτί και μου ‘ρχόταν ζάλη. θαρρούσα πως πετούσα, είχα φτερά. Ανοιγα τα ματιά μου κι έβλεπα τα δικά της. Καστανά μάτια κι όλο χάδια.
Ετσι έσκυψε πάνω μου και κει στην πλατεία και με ρώτησε πολύ πιο χαϊδευτικά από τις άλλες φορές, αφού μ’ έπιασε από το πιγούνι:
«Γιωργάκη, μου κάνεις μια χάρη;»
«Κάνω», έκραξα και ντράπηκα για τη φωνή μου – πολύ ψιλή ήτανε και δεν έμοιαζε καθόλου αντρίκεια.
«Πήγες καμιά φορά στην Μπουρούνα;»
«Πήγα».
«Ξέρεις την καλύβα του μπάρμπα-Γιάννη;»
«Και βέβαια», κούνησα σοβαρά το κεφάλι.
Γιατί με πέρασε δηλαδή; Για βυζανιάρικο;
«Μπορείς να μου πας ένα γράμμα ως εκεί;»
«Μπορώ…»
«Λοιπόν, όταν φτάσεις εκεί θα σφυρίξεις τρεις φορές»
«Θα σφυρίξω όσο δυνατά μπορώ», τη βεβαίωσα.
«Θα περιμένεις ώσπου να ‘ρθει ένας αντάρτης και θα του δώσεις το γράμμα».
«Κι αν είναι πολλοί αντάρτες; Πώς να τον γνωρίσω;» ρώτησα και χάρηκα που έκανα αυτή τη σκέψη. Ας έβλεπε η Μαρία τι έξυπνος ήμουνα. Η Μαρία όμως μόνο χαμογέλασε.
«Και ανάμεσα σε χίλιους θα τον γνωρίσεις. Εχει μαύρα σγουρά μαλλιά, μάτια γαλανά σαν τον ουρανό. Το μουστάκι του… τα δόντια του… τα…»
Οσο μιλούσε η Μαρία είχε ασφαλισμένα τα μάτια. Ισως, επειδή τη χτυπάει ο ήλιος στο πρόσωπο, σκέφτηκα. Τα μαλλιά της τα είχε ριγμένα στις πλάτες. Φορούσε ένα άσπρο φουστάνι, που γυάλιζε στον ήλιο. Πολύ μου άρεσε η Μαρία μ’ αυτό το φουστάνι. Αλλες φορές το φορούσε τις Κυριακές. Σήμερα όμως δεν ήταν Κυριακή. Γιατί το φορούσε τότε;
Οταν τέλειωσε με την περιγραφή, άνοιξε πάλι τα μάτια. Με ρώτησε:
«Θα πας ε; Ή μήπως φοβάσαι;»
Με κοίταξε θαρρείς συλλογισμένα και δισταχτικά.
«Εγώ δε φοβάμαι ποτέ!» απάντησα και τεντώθηκα πειραγμένος.
Πώς μπορούσα να ‘χω φόβο όταν με παρακαλούσε η Μαρία! Γι’ αυτήν θα πάλευα και με λύκο. Και όχι μόνο μ’ έναν μα με δέκα. Και με είκοσι. Ακόμα και με λιοντάρι! Και το λιοντάρι είναι το πιο δυνατό θεριό. Το είπε και ο παππούς: Το πιο δυνατό είναι το λιοντάρι!
«Εγώ το ‘ξερα», είπε με πολύ τρυφερό τόνο.
«Πότε να πάω, τώρα;»
Η Μαρία άπλωσε το χέρι της και μου χάιδεψε το σαγόνι. Υστερα έβαλε το ίδιο χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε το γράμμα. Οταν έχωσε το χέρι της για να το βγάλει ξεκουμπώθηκαν δυο κουμπιά και είδα λίγο από το άσπρο στήθος της. Ταράχτηκα και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ως το λαιμό. Γύρισα απότομα το κεφάλι αλλού, αλλά η εικόνα μ’ ακολουθούσε ζωντανή. Μου έδωσε το γράμμα.

Αρχισα να τρέχω. Μια φορά γύρισα το κεφάλι στη στροφή του δρόμου. Η Μαρία στεκόταν ακόμη στη μέση της πλατείας. Ολο το φως του ήλιου έπεφτε πάνω της και μου φαινόταν σα να έλαμπε αυτή.
Αυτή την εικόνα πήρα μαζί μου, όταν έτρεχα για το βουνό.
Από το χωριό ως την Μπουρούνα, μια κορυφή του Αϊ – Λια, ήταν ίσως πέντε χιλιόμετρα. Πολύς δρόμος. Κοίταξα τον ήλιο. Σκέφτηκα πως δε θα προλάβαινα ως το μεσημέρι να φτάσω αν δεν έκοβα από το ποτάμι. Το ποτάμι όμως το φοβόμουνα. Ηταν και κρύο. Απρίλης μήνας ήταν ακόμη. Μα το γράμμα έπρεπε να φτάσει στην ώρα του στα χέρια που το περίμεναν.
Εδώ ήταν ένα γράμμα για το αντάρτικο. Πράγματα σοβαρά κι όχι παίξε γέλασε!
Ετσι, μια και δυο πήρα την απόφαση. Μπήκα στο ποτάμι. Το νερό ήταν κρύο. Ενα σύγκρυο άρχισε από τα πόδια ν’ ανεβαίνει σιγά – σιγά στα ήπατα μου όταν το νερό έφτασε στο στήθος. Εκανα κουράγιο, έγειρα το σώμα μου πάνω στο ρέμα και προσπάθαγα να σέρνω τα πόδια μου πάνω στον πάτο για να μη με πάρει το ρέμα. Με το δεξί χέρι κρατούσα ψηλά το γράμμα για να μη βραχεί.
Βγήκα κάποτε. Το παντελόνι κολλούσε στο κορμί μου, τα τσαρούχια γλιστρούσαν στις πέτρες, όμως δε με πείραζε. Ηταν για την Μαρία! Και για τους αντάρτες, που τους αγαπούσα, θαύμαζα και ζήλευα.
Ελεγα… ίσως… Οχι, το γράμμα κρύβει οπωσδήποτε μια σοβαρή είδηση για τους αντάρτες, αφού το έγραψε η Μαρία! Αυτή είναι υπεύθυνη της ΕΠΟΝ και η ΕΠΟΝ μόνο σοβαρές ειδήσεις στέλνει στο αντάρτικο. Και γω τώρα δεν είμαι παρά αληθινός σύνδεσμος! Και βέβαια! Τι είχε ένας άλλος σύνδεσμος παραπάνω; Καμάρωνα στη σκέψη, μα ξαφνικά κάτι ήρθε και με δάγκωσε. Ο άλλος έχει όπλο! Και γω τίποτα! Αχ, να είχα ένα αυτόματο ή κανένα πιστόλι, σαν του Παναγιώτη του ξαδέρφου μου: γυαλιστερό με θήκη και με αληθινές σφαίρες…
Κι όλο έτρεχα, έτρεχα. Οσο γρήγορα μπορούσα. Σε λίγο το δάσος με τα κέδρα μ’ έκρυψε. Πήρα το μονοπάτι που σκαρφάλωνε σ’ ένα ανήφορο.

Οταν ο ήλιος ανέβηκε τόσο ψηλά, που χάθηκε ο ίσκιος μου, έφτασα λαχανιασμένος στην καλύβα του μπάρμπα-Γιάννη. Πήρα μερικές ανάσες, έβαλα έπειτα τα δυο μου δάχτυλα στο στόμα και σφύριξα μ’ όλη μου τη δύναμη μακρόσυρτα, δυο – τρεις φορές. Υστερα έστησα τ’ αυτί και περίμενα, ψάχνοντας με τα μάτια γύρω όλα τα πουρνάρια. Εφερα έπειτα ένα γύρο την καλύβα. Τίποτα, κανένας δε φαινότανε. Περίμενα κάμποση ώρα που μου φάνηκε χρόνος. Αρχισα ν’ ανησυχώ: Κι αν δεν έρθει κανένας; Θα με πιστέψει η Μαρία; Μήπως νομίσει πως φοβήθηκα και δεν ήρθα; Το σκέφτηκα και μου φάνηκε σαν καταστροφή. Σφύριξα πάλι πιο δυνατά και πιο μακρόσυρτα, θυμωμένα, απελπισμένα θα ‘λεγα. Παντού ησυχία… Τι γίνεται τώρα! Και αν έρθουν οι μάυδες και μου βρουν το γράμμα; Οχι, δε θα το βρουν, θα το φάω! To κοίταξα. Μεγαλούτσικο. Θα το τσαλάκωνα όμως και θα το μασούσα. Ετσι, άκουσα, το έκανε ένα παλικάρι. Και μπροστά στο εκτελεστικό φώναξε: Ζήτω το Αντάρτικο! Αυτό θα ‘κανα και γω.
Κει που τα σκεφτόμουνα αυτά, άκουσα πολύ κοντά μου ξαφνικά πατήματα πίσω από κάτι πουρνάρια και να σπάζουν κλαδάκια. Αναγύρισα απότομα και είδα πίσω από την καλύβα έναν άντρα να προβάλλει με στολή φαντάρου. Τα ‘χασα και ξέχασα μονομιάς όλα τα σχέδιά μου. Εσφιξα σπασμωδικά το γράμμα μέσα στη χούφτα μου κι έκανα μερικά βήματα τρομαγμένος προς τα πίσω. Σαν αστραπή όμως γυάλισε η εικόνα του δίκοχου με το σήμα το δικό μας και είπα: «Μη φοβάσαι Γιωργάκη!» Κι αμέσως όλος ο φόβος μου χάθηκε όπως ήρθε.
Ο αντάρτης είχε όλα τα σουσούμια που μου είχε πει η Μαρία: Και τα δόντια του ήταν σα ρύζι κι άστραψαν όταν μου χαμογέλασε. Φορούσε φισεκλίκια σταυρωτά, πιστόλι στη μέση και αγγλικό αυτόματο κρεμασμένο στο λαιμό.
«Εχεις γράμμα;» ρώτησε κι άπλωσε το χέρι του.
«Ναι», του είπα και του άπλωσα περήφανος το γράμμα, τσαλακωμένο όπως ήταν στη ζεστή φούχτα μου.
Μ’ έκανε εντύπωση που μου το άρπαξε σχεδόν από το χέρι. «Πολύ σοβαρό θα ‘ναι», είπα μέσα μου, όταν είδα πόσο ανυπόμονα άνοιγε το γράμμα, θαρρείς και τρέμανε τα μουστάκια του καθώς το διάβαζε με το νου του. Το πρόσωπό του έλαμπε όσο προχωρούσε. Φαίνεται είναι καλή η είδηση, σκέφτηκα και ήμουνα και γω ευχαριστημένος. Οταν το αποδιάβασε, με ρώτησε:
«Είσαι αδερφός της;»
«Οχι», του απάντησα μόνο. Πώς μπορούσα να του πω, πως η Μαρία δεν ήταν αδελφή μου, μα κάτι άλλο. Πολύ κάτι άλλο! Εκλεισα για λίγο τα μάτια και είδα την Μαρία να στέκεται με το άσπρο της φουστάνι στη μέση της πλατείας. Και να με περιμένει, θα πάω κοντά της, θα μου πει: «Μπράβο Γιωργάκη!» Θα με χαϊδέψει και γω θα στέκομαι μπροστά της και θα την κοιτώ στα μάτια.
Γρήγορα ήθελα να γυρίσω στο χωριό. Μα πριν φύγω, θα ήθελα να μάθω και κάτι άλλο.
«Είναι πολύ σοβαρή η είδηση;»
Γέλασε αυτός:
«Πολύ σοβαρή», είπε και τα μάτια του γυάλισαν. Υστερα πρόσθεσε: «Και γω θα είχα μιαν είδηση για τη Μαρία, μα δεν έχω χαρτί».
«Πες το σε μένα και γω δικός σας είμαι. Ο πατέρας μου αντάρτης είναι».
«Ομως αυτό δεν πρέπει να το ξέρει κανείς στο χωριό».
«Α, μπα! Εγώ δε μαρτυρώ! Ούτε και στη μάνα μου θα πω τίποτα!»
Ο αντάρτης έτριψε το μέτωπό του σα να σκεφτότανε.
«Οχι, μου λέει, αυτή την είδηση δεν μπορώ να σου την πω. Είναι πάρα πολύ σοβαρή. Κι αν την ξεχάσεις, τι θα γίνει τότε;»
Σούφρωσα τα χείλη μου. Εγώ και να ξεχάσω! Δεν ξεχνώ καμιά φορά κάτι. Οπως και τότε όταν με χτύπησε ο θανασάκος. Ακόμα το θυμάμαι. Κι άμα μεγαλώσω θα του τα γυρίσω όλα πίσω.
Ο αντάρτης όμως συνέχισε:
«Θα πάω μόνος μου στη Μαρία, όμως θα περιμένω να νυχτώσει. Κατάλαβες; Ε, μη θυμώνεις! Αλλη φορά όταν μεγαλώσεις θα το καταλάβεις. Ολα δε λέγονται. Ελα να γίνουμε φίλοι»…
Του έδωσα το χέρι και πάλι έπεσε, όπως όλον τον καιρό, η ματιά μου στο πιστόλι. Αχ, να ήταν δικό μου, σκέφτηκα, και λυπήθηκα τον εαυτό μου, που δεν είχα τέτοιο πιστόλι. Τι εντύπωση θα έκανα στη Μαρία, αν με έβλεπε με πιστόλι!
«Πες μόνο της Μαρίας», μου είπε ξεπροβοδώντας με «πως απόψε θα έρθω».
«Καλά», του είπα και σκέφτηκα πως ένας αντάρτης δεν κάνει μέρα μεσημέρι να μπαίνει στο χωριό τώρα που κάθε τόσο περνούν από κει αποσπάσματα. Και του είπα φωναχτά, «πως καλά το σκέφτηκε». Εκείνος χαμογέλασε.
«Πήγαινε τώρα… και σ’ ευχαριστώ για τον κόπο…»
«Είμαι τώρα πραγματικός σύνδεσμος;»
«Φυσικά!»

Ευχαριστημένος απ’ αυτή την απάντηση έκανα μερικά βήματα προς τα πίσω, σήκωσα το χέρι κι άρχισα να τρέχω κατά το χωριό. Να φτάσω γρήγορα, να δω τη Μαρία, τα μάτια της… Τώρα θα με περιμένει…
Δεν έκανα ούτε εκατό βήματα, όταν με ξάφνιασε μια ιδέα. Πώς θα βρει το σπίτι της Μαρίας. Επρεπε να του το εξηγήσω για να το βρει αμέσως. Γύρισα πάλι πίσω. Ομως τούτη τη φορά δεν έτρεχα. Προχωρούσα σιγά αποφεύγοντας τα ξερά κλαδιά, πατώντας ανάλαφρα σαν αερικό. Αφού είμαι σύνδεσμος έτσι πρέπει να βαδίζω, συλλογιζόμουνα. θα τον ξαφνιάσω και τον αντάρτη ακόμα, να δει με ποιον έχει να κάνει!
Και πραγματικά, δε με πήρε μυρουδιά. Τόνε βρήκα καθισμένο κι ακουμπισμένο με τη ράχη στον τοίχο της καλύβας να διαβάζει πάλι το γράμμα. Α, σκέφτηκα, θέλει να το μάθει απόξω για να μην το ξεχάσει, πριν το κάψει το γράμμα, γιατί στο αντάρτικο τα καίγανε τα σημειώματα που έπαιρναν.
Εκανα ακόμα μερικά προσεχτικά βήματα στ’ ακροδάχτυλά μου και έφτασα τόσο κοντά του, που άμα άπλωνα το χέρι θα του έπαιρνα το χαρτί. Αυτός έμενε με τη μύτη κολλημένη σχεδόν στο χαρτί. Μου ήρθε να του κάνω «μπαμ!» να δω αν τρομάζει, μα πάλι μετάνιωσα. Δεν ήξερα πώς να κάνω για να πάρω τα συχαρίκια του, που τόσο καλά τα κατάφερα, όταν άρχισε να ψιθυρίζει αφηρημένα αυτά που διάβαζε:

«…και σ’ αγαπώ. Σε περιμένω. Ελα απόψε… στο ίδιο…»

Στην αρχή δεν κατάλαβα. Τι είδηση… Υστερα σα να ‘πεσε αστραπή μπροστά μου. Ενιωσα έναν πόνο που δεν τον γνώριζα. Ενα χτύπημα στο στήθος. Παραπάτησα. Σκόνταψα και άπλωσα τα χέρια… Αρχισα να τρέχω, χωρίς να βλέπω μπροστά μου. Ενιωσα κάτι αλμυρό στα χείλη μου. Ολα τα ‘βλεπα θαμπά. Επεσα σε κάτι χαντάκια. Σηκώθηκα. Κλαδιά μαστίγωναν το πρόσωπό μου μέσα στα μονοπάτια, μα δεν ένιωθα πόνο. Ούτε το νερό του ποταμού που πέρασα ήταν πια κρύο…

Του
Χρήστου Πολυχρονίδη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments