Κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου στο Στέγκλιτζ του Βερολίνου, ο Φραντς Κάφκα και η αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε Μπάουερ συνάντησαν στο πάρκο ένα κοριτσάκι που έκλαιγε με λυγμούς, επειδή είχε χάσει την αγαπημένη της κούκλα. Ο Κάφκα είπε στο κοριτσάκι να μην στεναχωριέται γιατί η κούκλα είχε πάει ταξίδι και μάλιστα της είχε στείλει ένα γράμμα. Όταν το κοριτσάκι ζήτησε να δει το γράμμα, της είπε πως δεν το κρατούσε μαζί του, αλλά θα το είχε την επόμενη μέρα.

Από τότε και για άλλες τρεις εβδομάδες ο Κάφκα έφερνε κάθε φορά και ένα καινούργιο γράμμα από την κούκλα. Το κοριτσάκι ήταν ευτυχισμένο που μάθαινε τα νέα της και απολάμβανε τον φανταστικό κόσμο που είχε επινοήσει ο Κάφκα. Όμως οι μέρες που θα έπρεπε να φύγει από το Βερολίνο πλησίαζαν και ο ίδιος ανησυχούσε για το πως θα δώσει ένα ικανοποιητικό τέλος.

Στο τελευταίο γράμμα που μετέφερε στο κοριτσάκι, η κούκλα γνώρισε έναν όμορφο νεαρό. Ερωτεύθηκαν, αγαπήθηκαν και αποφάσισαν να παντρευτούν με ένα λαμπρό γάμο. Η κούκλα εξηγούσε στο κοριτσάκι πως θα έπρεπε πλέον να κάνει οικογένεια και να αφοσιωθεί σ’ αυτή και ως εκ τούτου θα ήταν πολύ δύσκολο να της γράψει ξανά.

Σε αυτές τις τρεις εβδομάδες, ο Κάφκα αφοσιώθηκε στη συγγραφή των γραμμάτων με μεγάλο πάθος, όμοιο με αυτό που έδειχνε και στη δική του λογοτεχνία. Φεύγοντας, πέρασε από το πάρκο για να αποχαιρετήσει το κοριτσάκι, κρατώντας μαζί του ένα δώρο που της άρεσε πολύ. Μια καινούργια πανέμορφη κούκλα.

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments