Ο Μάιος, ένεκα του ονόματός του, θεωρείται ανέκαθεν Από το λαό, ότι είναι ο μήνας πού «πιάνουν τα μάγια». Απ’ αυτό άλλωστε βγήκε και η φράση «Μάη μου, μάγεψέ τον». Η πρόληψη αυτή έγινε πολλές φορές αφορμή, όχι μόνο να μαλλιοτραβηχτούν ολόκληρες οικογένειες, αλλά και να σκοτωθούν μεταξύ τους! Ένα τέτοιο επεισόδιο έγινε τον καιρό του Γεωργίου του Α’. Την εποχή εκείνη ζούσε στο Βατραχονήσι δίπλα Ακριβώς στο Στάδιο μια γριά γνωστή με τ’ όνομα Πεντζεχρούλα. Όλοι έλεγαν τότε πως τούτη η γυναίκα καταγινόταν με τη μαύρη μαγεία κι ότι μπορούσε να «καρφώσει» οποιονδήποτε άνθρωπο.

Η αλήθεια είναι ότι η Πεντζεχρούλα είχε απασχολήσει πολλές φορές την Αστυνομία για παρόμοιες καταγγελίες. Ποτέ όμως δεν κατόρθωσαν να την συλλάβουν επ’ αυτοφώρω μόλο που η καλύβα της ήταν γεμάτη νεκροκεφαλές, νυχτερίδες, σκυλόδοντα, σαύρες και άλλα. Αυτό όμως ήταν δικαίωμά της.

Μια παραμονή ωστόσο, Πρωτομαγιάς, η Πεντζεχρούλα συνελήφθη να σκάβει έναν τάφο στο Αθηναϊκό νεκροταφείο. Αμέσως άρχισαν οι ανακρίσεις από τον τότε μοίραρχο Ιωάννη Μαυρίκη, που ήθελε να εξιχνιάσει το μυστήριο της «γριάς μάγισσας». Στην αρχή την απείλησαν πως την επομένη θα την… κρεμούσαν στην αλυσίδα δηλαδή, στα Πατήσια για να τη δει όλος ο κόσμος που γιόρταζε εκεί την Πρωτομαγιά του.

Η γυναίκα λύγισε:
«Έκανα μάγια, όχι όμως για κακό, άλλα για καλό» ομολόγησε κλαίγοντας.

Ο Μαυρίκης της έδωσε θάρρος:
«Άμα είναι για καλό δεν πρέπει να φοβάσαι. Πες μας ποιον ήθελες να «καρφώσεις».

«Κάνεις λάθος, κύριε αξιωματικέ. Δεν ήθελα να καρφώσω, αλλά να παντρέψω.
«Ποιους;»
«Τη θυγατέρα του Δάβαρη, την Αννούλα, με το γιό του Καρρά, το Γιαννάκη.»

Οι Δαβαραίοι και oι Καρραίοι, ήταν δυο οικογένειες, πού κατοικούσαν αντικριστά ψηλά στους Αέρηδες. Ο Αντώνης ο Δάβαρης κι ο Πέτρος ο Καρράς, βρίσκονταν διαρκώς στα μαχαίρια, για κάτι αμπέλια που είχαν στον Ασπρόπυργο της Αττικής. Τα παιδιά τους όμως αγαπήθηκαν. Αλλά δεν τολμούσαν να το πούνε στους πατεράδες τους. Τότε σκέφτηκαν ν’ απευθυνθούν στην Πεντζεχρούλα, να μαγέψει τα γονικά τους, ώστε να ξαναφιλιόσουν και νά τούς δώσουν την ευχή τους.

«Έννοια σου, γιόκα μου, θα τα καταφέρω» υποσχέθηκε εκείνη στο Γιαννάκη πού πήγε και τη βρήκε. «Ευτυχώς είσαστε τυχεροί, γιατί μεθαύριο έχουμε παραμονή Πρωτομαγιάς. Και το Μάη πιάνουνε πάντα τα μάγια…»

Δυστυχώς, για τους δυο ερωτευμένους, η «μαγεία της συμφιλιώσεως» έμεινε στη μέση, με την επ’ αυτοφώρω σύλληψή της. Την επομένη, που μαθεύτηκε το πράγμα, βούιξε ο τόπος. Όπως ήταν φυσικό, από στόμα σε στόμα, έφτασε και στ’ αυτιά του Δάβαρη. Φούντωσε ο γέρος από το κακό του και μια και δυο, πήγε και βρήκε τον Καρρά. Βρίστηκαν, τσακώθηκαν, πιάστηκαν στα χέρια και το αίμα κύλησε ποτάμι.

Ο γέρο-Δάβαρης, πάνω στο θυμό του, χτύπησε με μαχαίρι τον Καρρά. Μπήκαν τότε στη μέση μερικοί φίλοι τού τελευταίου κι’ άλλοι τόσοι του πρώτου και ή σύρραξη σε λίγο γενικεύτηκε. Εννέα άνθρωποι, εννέα καλοί νοικοκυραίοι της παλιάς Αθήνας, τραυματίστηκαν βαριά την αμνημόνευτη εκείνη Πρωτομαγιά του 1865.

Τέλος, με την επέμβαση της αστυνομίας, η ησυχία αποκαταστάθηκε. Οι πληγωμένοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο κι’ οι πρωταίτιοι συνελήφθησαν. Ευτυχώς, από τους τραυματίες κανείς δεν πέθανε. Έτσι, όταν έγινε ή δίκη, ήταν όλοι παρόντες.

Τα πράγματα συμβιβάστηκαν επί τόπου, ζήτησαν την επιείκεια τού δικαστηρίου και οι ποινές πού επεβλήθησαν «ήσαν άπασαι ευνοϊκαί διά τους μεν και διά τους δε». Με άλλα λόγια, τιμωρήθηκαν όλοι από ένα έως δύο χρόνια, αλλά με αναστολή.

Βγαίνοντας από το δικαστήριο, ο Δάβαρης αγκάλιασε και φίλησε τον γέρο Καρρά.
«Συγχώρα με, αδελφέ μου», του είπε δακρυσμένος. «Ίσως τούτο το κακό να έγινε για να ευτυχήσουν τα παιδιά μας.»

Και τα παιδιά τους, ο Γιαννάκης και ή Αννούλα, παντρεύτηκαν. Παντρεύτηκαν έπειτα από κάμποσους μήνες. Δηλαδή, τήν προπαραμονή τής Πρωτομαγιάς του 1866…

Γιάννης Β. Ιωαννίδης, 1963

Μοιραστείτε το:

Comments