Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα που την έλεγαν Ουρανούπολη, βασίλευε ένας μισητός άρχοντας, ο Αρπατίλαος ο πρώτος. Ο άρχοντας αυτός είχε δώδεκα κορόνες. Κάθε μήνα, δηλαδή, άλλαζε κορόνα. Είχε επίσης ένα χρυσό τηλεσκόπιο και ένα φτερό από κοράκι. Πρώτα θα σας πω τι έκανε με το φτερό από κοράκι και μετά θα σας πω τι έκανε με το τηλεσκόπιο: Με το φτερό έγραφε νόμους. Όχι όμως συνηθισμένους νόμους. Νόμους απαίσιους και φοβερούς.
Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ήθελε οι υπήκοοί του να δουλεύουν ασταμάτητα στα ορυχεία και να βγάζουνε χρυσό και πολύτιμα πετράδια, για να στολίζει τις δώδεκα βασιλικές κορόνες του. Γι’ αυτό είχε βγάλει ένα νόμο που καταργούσε τις Απόκριες, τα διαλείμματα των σχολείων, τα πάρτι των γενεθλίων και τις Κυριακές. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι Κυριακές άλλαζαν όνομα: Βαφτίζονταν «Προδευτέρες» και δεν ξεχώριζαν στο παραμικρό απ’ τις κανονικές Δευτέρες.
Ένας άλλος νόμος πάλι όριζε ότι όλα τα λούνα παρκ και οι παιδικές χαρές έπρεπε να κλείσουν και στη θέση τους να στηθούν πέτρινες φυλακές. Τις φυλακές τις είχε ανάγκη ο Αρπατίλαος, για να κλείσει όσους παραβίαζαν τον προηγούμενο νόμο και τολμούσαν να σβήσουν κεράκια γενεθλίων ή να ντυθούν πιερότοι ή μπαλαρίνες τις Απόκριες ή να μην πάνε σχολείο την Προδευτέρα.
Και επειδή οι φυλακές χρειάζονταν λουκέτα και συρματοπλέγματα, είχε βγάλει έναν άλλο νόμο, που όριζε ότι όλοι οι ανθόκηποι και τα πάρκα έπρεπε να πυρποληθούν και στη θέση τους χτιστούν εργοστάσια κατασκευής λουκέτων και πλεκτήρια συρματοπλεγμάτων.
Και να΄ ταν μόνο αυτοί οι νόμοι!… Δεν ήταν… Είχε βγάλει τόσους πολλούς νόμους ο Αρπατίλαος, που οι ταλαίπωροι οι Ουρανοπολίτες, ό,τι και να κάνανε, δεν μπορεί, όλο και κάποιον θα παραβιάζανε.
Ο λόξιγκας, ας πούμε, απαγορευόταν αυστηρά. Κι όποιος φταρνίζονταν ή έξυνε τη μύτη του ή έκανε κατακόρυφο στο μπαλκόνι του έπρεπε να πληρώνει βαρύ πρόστιμο.
Τώρα που σας είπα τι έκανε με το μαύρο φτερό, έφτασε η ώρα να σας πω τι έκανε με το τηλεσκόπιο. Το έπαιρνε, λοιπόν, πήγαινε στον πιο ψηλό πύργο του παλατιού, που είχε δώδεκα παράθυρα, και παρατηρούσε την επικράτειά του, που απλώνονταν σαν πιάτο ολόγυρα του. Μόλις έβλεπε κάτι που του άρεσε, την πιο λαχταριστή τηγανιτή πατάτα στο τηγάνι καμιάς νοικοκυράς, ας πούμε, ή την πιο σπαρταριστή τσιπούρα στα δίχτυα κανενός ψαρά, ειδοποιούσε με το γουόκι τόκι τους φρουρούς του, που έσπευδαν με τις μοτοσικλέτες τους, την άρπαζαν, την έβαζαν σε μια χρυσή χαρτοσακούλα και του την έφερναν.
Δεν είναι λοιπόν ν’ απορεί κανείς που οι Ουρανουπολίτες αντιπαθούσαν φοβερά τον Αρπατίλαο. Καμιά φορά, μάλιστα, του έβγαζαν τη γλώσσα ή έκαναν γκριμάτσες πίσω από τη πλάτη του. Άλλοτε πάλι, τάχατες από απροσεξία, πετούσαν μπανανόφλουδες μπροστά στην πύλη του παλατιού, για να γλιστράει και να πέφτει, όταν έβγαινε από το παλάτι, για να επιθεωρήσει τα ορυχεία.

Μια μέρα, ο Αρπατίλαος κάλεσε στην αίθουσα του θρόνου τρεις έμπιστους αυλικούς. Τον Τίλιο Ξεφτίλιο, τον υπασπιστή του, το Βουλίμιο Βλήμα, τον αρχηγό της φρουράς, και το Σαυρίλιο Βρισελιέ, τον αρχιμάγο του παλατιού.
– Μπορείτε να μου εξηγήσετε, τους ρώτησε, γιατί δε με αγαπάνε οι υπήκοοί μου; Έχω βγάλει πάνω από πενήντα νόμους που ορίζουν ότι πρέπει να με αγαπάνε μέχρι σκασμού, αλλά αποτέλεσμα δε βλέπω.
– Μα τι είναι αυτά που λέτε, Μεγαλειότατε; Αστειεύεστε; Και βέβαια σας αγαπάνε! τον διαβεβαίωσε ο Τίλιος Ξεφτίλιος, που ειδικευόταν στις κολακείες και είχε σπουδάσει Εφηρμοσμένη Κολακευτική στο Πανεπιστημίο της Γλειψίας. Σας λατρεύουνε!
-Τότε γιατί ρίχνουνε μπανανόφλουδες μπροστά στην πύλη; επέμεινε ο Αρπατίλαος. Γιατί σπάω τα μούτρα μου, κάθε φορά που πάω να βγω απ’ το παλάτι; Γιατί;
-Ίσως…ίσως… νομίζουν ότι σας αρέσει το πατινάζ! προσπάθησε να εξηγήσει ο Τίλιος Ξεφτίλιος.
Ο Αρπατίλαος τον στραβοκοίταξε!
Ο Σαυρίλιος Βρισελιέ χαμογέλασε σκοτεινά και καταχθόνια.
– Κακά τα ψέματα… Αν και θα έπρεπε, δε σας αγαπάνε, Μεγαλειότατε, είπε παίζονταν ένα κομπολόι από ματόχαντρα στα μακριά κοκαλιάρικα χέρια του. Και θα σας εξηγήσω το γιατί…
– Για λέγε!
– Δε σας αγαπάνε, επειδή τα βράδια ονειρεύονται…
Ο Αρπατίλαος σούφρωσε τα φρύδια.
– Τι σχέση έχει αυτό; ρώτησε.
– Έχει και παραέχει, Μεγαλειότατε, εξήγησε ο Σαυρίλιος. Βλέπουν στον ύπνο τους τούρτες, πυροτεχνήματα και λούνα παρκ, τα συγκρίνουν με τα συρματοπλέγματα κα τα λουκέτα που βλέπουνε στον ξύπνιο τους και δεν είναι ν’ απορεί κανείς που τα βάζουνε μαζί σας!
-Μεγάλος μπελάς τα όνειρα, συμφώνησε ο Βουλίμιος Βλήμας – ήταν παχουλός, ροδοκόκκινος, με σακούλες κάτω από τα μάτια και στήθος γεμάτο παράσημα. Κάτι ονειράκια τόσα δα, που δε σου γεμίζουνε το μάτι, φουντώνουνε καμιά φορά, φουντώνουνε σαν τη φωτιά, γίνονται σίφουνας, λαίλαπα γίνονται και κάνουνε τον κόσμο άνω κάτω!
Ο Αρπατίλαος άλλαξε χρώμα, κοίταξε πίσω από τον ώμο του και ξεροκατάπιε.
-Τι έχετε να προτείνετε; ρώτησε πιπιλώντας την άκρη του σκήπτρου του ανήσυχος.
-Μόνο αν τους στερήσετε τα όνειρα, τότε μόνο θα ησυχάσετε, τον συμβούλεψε ο Βουλίμιος Βλήμας με τη βροντερή φωνή του. Προτείνω να βγάλετε ένα νόμο που θα απαγορεύει αυστηρά τα όνειρα. Και εγώ θα αναλάβω την εφαρμογή του. Θα οργανώσω ονειρικές περιπολίες που θα σπάνε τις πόρτες, θα μπαίνουν στα σπίτια και θα <<περιποιούνται>> όσους παραβαίνουν το νόμο!
-Εγώ προτείνω να βάλουμε ονειρικά παρκόμετρα δίπλα στα κρεβάτια και να φορολογούμε τα όνειρα, συμβούλεψε ο Τίλιος Ξεφτίλιος, που είχε φήμη οικονομολόγου. Έτσι, δε θα τους συμφέρει να ονειρεύονται και θα τους κοπεί αυτή η κακή συνήθεια.
Ο Αρπατίλαος ζύγισε με το νου του και τις δυο προτάσεις.
-Εσύ, Σαυρίλιε, τι λες; ρώτησε τον τρίτο αυλικό του.
-Λέω ότι τα μέτρα που προτείνουν οι εκλεκτοί συνάδελφοι είναι σοφά αλλά ανεφάρμοστα. Το πρόβλημα με τα όνειρα είναι ότι δεν υπόκεινται εύκολα σε έλεγχο. Είναι κρυμμένα πίσω από τα μέτωπα, πίσω απ’ τις ρυτίδες, βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στα κεφάλια.
-Θα πρότεινα να τους σπάμε τα κεφάλια, αλλά δεν το προτείνω, γιατί ποιος θα πληρώνει μετά τους φόρους; Ποιος θα σκάβει στα αδαμαντωρυχεία; Ποιος θα πλέκει συρματοπλέγματα;… είπε ο Ξεφτίλιος επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά τη διορατικότητά του.
Ο Αρπατίλαος χλώμιασε ακόμα πιο πολύ.
-Δηλαδή δε γίνεται τίποτα; ρώτησε.
-Πώς δε γίνεται! Άμα υπάρχει καλή θέληση, όλα γίνονται, δήλωσε ο Σαυρίλιος. Δώστε μου λίγο χρόνο και σας υπόσχομαι να κάνω μια καταχθόνια εφεύρεση που θα μας απαλλάξει μια και καλή από τα όνειρα των υπηκόων σας.
-Μια βδομάδα σού αρκεί;
-Όχι. Το καλό πράγμα αργεί. Οι μαγικές εφευρέσεις δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζονται χρόνο, σκέψη και έμπνευση.
-Πόσο χρειάζεσαι;
-Εφτά βδομάδες κι εφτά μέρες.
-Να τις κάνουμε έξι; παζάρεψε ο Αρπατίλαος.
Ο Σαυρήλιος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
-Όχι. Εφτά ακατέβατες. Σε εφτά βδομάδες και εφτά μέρες θα σας παρουσιάσω την εφεύρεσή μου!
Και μ’ αυτά τα λόγια, υποκλίθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα… Πέρασε έξι στοές και έξι σάλες, ανέβηκε μια αραχνιασμένη σκάλα και τράβηξε για το μυστικό του εργαστήρι…

Ευγένιος Τριβιζάς
Απόσπασμα από «Τα μαγικά μαξιλάρια»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments