Η τρικυμία κόπασε… Η θάλασσα γαλήνεψε… Το τοπίο άλλαξε χρώματα…
Εκεί πάνω στα δυσπρόσιτα βράχια, δυο σκοτεινά αντικείμενα στέκαν ακίνητα.
Τα ξέβρασε η θάλασσα, τα κύματά της τα ταξιδέψανε μίλια ολόκληρα και τώρα τα παράτησαν εδώ, έρημα και μόνα. Δυο σεντούκια, ένα μεγάλο κι ένα μικρότερο. Δυο σεντούκια που ταξιδέψανε στο χρόνο και στα κύματα. Δυο σεντούκια που πέρασαν από το σημείο, που ο ουρανός αγγίζει τη θάλασσα. Εκεί που η ψυχή συναντά το πνεύμα κι η σάρκα τη ψυχή…

Το μεγάλο σεντούκι, βαρύ και δυσκίνητο είχε πλάι στη σκουριασμένη κλειδαριά του, δυο πράσινα πετράδια. Δυο φωτεινά σμαράγδια που κοιτάζανε το κόσμο, λυπημένα.
Το μικρό σεντούκι, που λικνιζότανε με χάρη και νάζι πάνω στα βράχια, είχε πλάι στη σκουριασμένη κλειδαρίτσα του, ένα κόκκινο, φωτεινό ρουμπίνι. Ένα ζεστό φιλί, για ότι έπιανε το μάτι του.

Το μεγάλο σεντούκι, ιδιοκτησία του βασιλιά της Αγαθοχώρας που πάνω στη τρέλα του, όταν η χώρα κυριεύτηκε από κακούς πειρατές, έβαλε μέσα στο σεντούκι αυτό ότι θεωρούσε πολύτιμο και το πέταξε στη θάλασσα. Αγαθά που θα χανόντανε στο πέρασμα του χρόνου, με τους πειρατές να κουρσεύουν την χώρα του: Αγάπη, αξιοπρέπεια, περηφάνεια, ειλικρίνεια κι αυτοσεβασμός!

Το μικρό κείνο, ναζιάρικο σεντούκι, ήταν ιδιοκτησία της πριγκίπισσας της Χρωμοχώρας. Η δύσμοιρη τρελάθηκε, όταν κατακτητές από τον βορρά με βέλη, δόρατα και περήφανα άλογα, κάναν επίθεση στο Βασίλειο της! Έκλεισε μέσα στο σεντούκι, τα πολύτιμα της και το πέταξε από το παράθυρο του πύργου, κάτω στην αγριεμένη θάλασσα, για να μείνουν οι θησαυροί της αμόλυντοι από τους κυριευτές!

Κόκκινο, μπλέ, κίτρινο, πράσινο, χρώματα από τη παλέτα του ουρανού, της γης και της θάλασσας, αρώματα από λουλούδια, φωνές πουλιών, γέλια ερωτευμένων, παιχνίδια παιδιών, ξεγνοιασιά, αγάπη, μουσικές και χορούς από νεράιδες, φως και μια ζεστή αγκαλιά!

Τα σεντούκια ταξιδέψανε στα βάθη των αιώνων, σε θάλασσες μακρινές, σε βυθούς μυστηριώδεις και τρομακτικούς, ώσπου… Σε κείνη τη μεγάλη τρικυμία, συναντηθήκανε κι ένα μεγάλο κύμα, τα ‘φερε πλάι-πλάι, πάνω σε τούτα τα ξεχασμένα βράχια… Τα πράσινα σμαράγδια του σεντούκου, κοιτάξανε με απορία το κόκκινο ρουμπίνι της σεντούκας! Η σεντούκα, συνέχιζε το λίκνισμά της πάνω στα βράχια κι έστελνε κόκκινα φιλιά, με το φωτεινό της ρουμπίνι, στο σεντούκο!

-Έλα πιο κοντά, της είπε αυτός. Έλα πιο κοντά… θέλω να δω τα μυστικά σου.

-Έλα πιο κοντά, του ‘πεν αυτή. Έλα πιο κοντά… θέλω να μάθω τις σοφίες σου.

Η ώρα πέρναγε. Δυο πράσινα σμαράγδια κι ένα κόκκινο ρουμπίνι, λαμπύριζαν εκεί στα ξεχασμένα βράχια! Νύχτωσε… Ένα φεγγάρι -κλέφτης-, τα κοίταζε από ψηλά. Ένα φεγγάρι -κλέφτης-, που ‘στελνε την ασημένια του λάμψη στο σεντούκο και στη σεντούκα! Τότε, μια αστραπή ήρθε να δώσει λύση στην αγωνία και στο μυστήριο. Μια αστραπή που χώρισε τον ουρανό στα δυο, που φώτισε τις σκοτεινές μάζες τους και κατευθύνθηκε γραμμή, πάνω στις κλειδαριές τους! Η κλειδαριά του σεντούκου, κει ανάμεσα στα δυο πράσινα σμαράγδια, άνοιξε κι άφησε να φανούνε, μυστικά κι αξίες αιώνων…

Αγάπη, αξιοπρέπεια, περηφάνεια, ειλικρίνεια κι αυτοσεβασμός, ξεχύθηκαν από τα σωθικά του με κατακτητική διάθεση, απλωθήκανε πρώτα στα βράχια, κι αγκάλιασαν έπειτα και τη σεντούκα!

Η κλειδαριά της σεντούκας, εκεί πάνω από το κόκκινο ρουμπίνι, -το τρελό παθιάρικο φιλί της-, άνοιξε και… και… Κόκκινο, μπλέ, κίτρινο, πράσινο, χρώματα από τη παλέτα του ουρανού, της γης και της θάλασσας, άρωμα από λουλούδια, φωνές πουλιών, γέλια ερωτευμένων, παιχνίδια παιδιών, ξεγνοιασιά, αγάπη, μουσικές, χοροί από νεράιδες, φως και μια ζεστή αγκαλιά, ήρθανε και μπλεχτήκανε, με τους θησαυρούς του σεντούκου!

-Χαρά μου! του είπε…

-Φως μου! της αποκρίθηκε…

Η αγάπη που ‘χανε κρυμμένη στα σωθικά, θέριεψε κι απλώθηκε, πρώτα πάνω στα βράχια, μετά στις φωλιές των γλάρων έπειτα στο βυθό κι ύστερα στον ουρανό… Απλώθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα! Οι νεράιδες του βυθού, πήρανε τ’ αγαθά του σεντούκου: και την Αγάπη και την Αξιοπρέπεια και τη Περηφάνεια και την Ειλικρίνεια και τον Αυτοσεβασμό και τα κάνανε τραγούδι!

Τα ξωτικά, πήρανε τους θησαυρούς της σεντούκας και τα σκορπίσανε, σε μήκος και σε πλάτος, σε ύψος και σε βάθος και γέμισε ο κόσμος χρώματα και λάμψεις και μουσικές κι αρώματα και γέλια και παιχνίδια και χαρά… Εκείνο το βράδυ ήτανε μια γιορτή… Μια μεγάλη γιορτή και της Αγάπης και της Σοφίας.

-Σε περίμενα!του ‘πε.
-Δε σε περίμενα της αποκρίθηκε. Μόνον έλπιζα στον ερχομό σου…

Ξημέρωσε… Η παραλία πλάι στα βράχια, άρχισε να γεμίζει κόσμο… Το τοπίο πήρε ν’ αλλάζει μορφή. Πετσέτες κι ομπρέλες πολύχρωμες. Πλαστικά στρώματα, ταπεράκια με φαγητό, μάσκες και βατραχοπέδιλα, μαμάδες και παιδιά, έννοιες και βάσανα, γέλια και κλάματα. Ο σεντούκος κι η σεντούκα, σφιχταγγαλιασμένοι στη σπηλιά των βράχων, στέκανε σιωπηλοί και γεμάτοι αγάπη!

– Σε βρήκα της είπε, και να μη σ’ έχω κοντά, δε με νοιάζει! Μου αρκεί που ξέρω πως υπάρχεις… που είδα τους θησαυρούς σου…

-Σε βρήκα του ‘πε, κι είναι σα να ζω μαζί σου κι ας σε πάρει το κύμα που σ’ έφερε κοντά μου… Μου αρκεί που ‘μαθα τις σοφίες σου… που ξέρω πως υπάρχεις…

Ο σεντούκος κι η σεντούκα, είναι κει στο βάθος αυτής της θαλασσινής σπηλιάς…
Μη ψάξετε να τους βρείτε…
Νιώστε μόνο τους θησαυρούς τους κι αυτό φτάνει…

Γεμίστε τη ζωή σας με τις αξίες τους… τα χρώματα… τους ήχους… τις μυρωδιές… τα συναισθήματά τους… Και τότε, η ζωή σας θα ‘ναι πιο όμορφη… θα λάμπει σα τα πράσινα σμαράγδια του σεντούκου και σα το κόκκινο ρουμπίνι της σεντούκας…
Εκεί που ο ουρανός φιλεί τη θάλασσα… εκεί που η ψυχή ανταμώνει τη σάρκα…
Αν φτάσετε ποτέ στη σπηλιά τους και τα βρείτε, μη τα ενοχλήσετε… Μη τα χωρίσετε… Αφήστε ένα λουλούδι στα ποδαράκια τους, από κείνα που φυτρώνουνε στη σπηλιά, που δεν είναι πια μήτε σκοτεινή, μήτε παγωμένη! Ένα μαγικό φως τρεμοπαίζει… Δίνει χρώμα και ζωή στους άψυχους τοίχους… Μια ζεστασιά, απ’ αυτή που αφήνει η αγάπη και τα κάνει όλα κει, να μοιάζουν μαγικά! Τόσο μαγικά, όσο μαγική είναι κι η αγάπη…

Κι έζησαν αυτά τόσο καλά, όσο κι εμείς θα ζήσουμε καλύτερα μ’ αγάπη στις καρδιές μας…

Χριστίνα Καπράλου

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments