Ακόμα και ο αέρας σε αυτό το παράξενο μέρος ήταν διαφορετικός. Είχε την αλαφράδα του θαλασσινού βοριά που μαζί του κουβαλάει το αλάτι του βυθού και των κυμάτων το μετάξι.
Άνοιξαν τα ρουθούνια τους να τον γευτούν. Ξάφνου τα πνευμόνια τους μαθημένα τόσο καιρό σε παθητικές αναλαμπές, ήρθαν και μπούκωσαν. Σαν να μην άντεχαν αυτό το καθάριο πράγμα που έμπαινε μέσα τους.

Εβηξαν γερά. Καθάρισαν για λίγο το κορμί τους από τη φλόγωση του δρόμου και τη ρυπαρότητα της ίδιας τους της ύπαρξης. Με μετρημένες σταγόνες καθαρού αέρα προσπάθησαν αυτή τη φορά να κυβερνήσουν τη καθαρή τους ανάσα για να φτάσει μέχρι τα βάθη των σωμάτων τους. Να κάνει το αίμα να τρέξει ξανά όπως πρώτα. Να γεμίσει λίγο χρώμα το δέρμα. Ηταν ίσως το πιο ανακουφιστικό συναίσθημα που βίωσαν από τη μέρα που έφυγαν από το σπίτι τους και ανοίχτηκαν –όμοιοι περιπλανώμενοι κήρυκες του τέλος της παλιάς τους πατρίδας- στη μαύρη μάσκα του τίποτα και του πουθενά.

Το βουνό ήταν για τα καλά πλέον πίσω τους και καθώς το κοιτούσαν έτσι αχνό όπως διαγραφόταν στον μακρινό ορίζοντα με τα απολιθωμένα τους μάτια διαπίστωναν για ακόμη μια φορά πως μόνο από τύχη δεν είχε ξεκρεμαστεί από τον γάντζο που το συγκρατούσε παρασέρνοντας στην πιθανή του πτώση τις αδρές πτυχώσεις της ρημαγμένης γης αλλά και ένα κομμάτι ουρανού που έτσι και αλλιώς είχε σαπίσει αποκτώντας ένα χρώμα παμπάλαιας τέφρας.

Ξάπλωσαν στο χώμα ξέπνοοι και πεινασμένοι σαν άγρια θηρία που δεν έβρισκαν λύτρωση από το μαρτύριό τους. Ο άντρας καταμέτρησε επιμελώς τα τρόφιμα και αποφάσισε να δώσει μια γενναία δόση από μια κονσέρβα με φασόλια στο γιο του και να μοιραστεί το περίσσευμα με τη γυναίκα του. Έτρωγαν με τα χέρια τον κρύο πολτό και ο ήχος που έκαναν οι τρεμάμενες μασέλες τους αντηχούσε ξεψυχισμένος στην απεραντοσύνη της επίπεδης γης που απλωνόταν μυστηριακά μπροστά τους σαν σπασμένες κλακέτες σε λείο δάπεδο. Έδωσαν στο μικρό να πιει τρεις γουλιές από το νερό της συμφοράς, εκείνο πήγε να το φτύσει αλλά το επίμονο βλέμμα του πατέρα του το ανάγκασε να καταπιεί το κολλώδες υγρό δίχως άρνηση. Ήπιαν κι αυτοί με τη σειρά τους νιώθοντας την κάψα του πιπεράτου πιοτού να διαλύεται αργά σαν βάλτος στο αίμα και στους ιστούς τους.

Κι ύστερα τίποτα. Η απόλυτη σιωπή. Μόνο το μουρμουρητό του ανέμου προμήνυε πως κάτι το παράξενο έκρυβε αυτός ο τόπος που ήταν σπαρμένος με απομόνωση και λιμνάζοντα φόβο. Ίσως γι’ αυτό τα χαμόσπιτα που έβλεπαν μπροστά τους και ακόμα δεν είχαν αποφασίσει αν θα έπρεπε να τα επισκεφτούν, ήταν έρημα σαν άδεια μνήμη. Εκατσαν στην άκρη της ανοιχτωσιάς μέχρι το μεσημέρι περιμένοντας μια κίνηση, μια κραυγή έστω την κλαγγή ενός όπλου και τη σκανδάλη να τραβιέται με πάταγο.
Τίποτα.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Διονύση Μαρίνου «Tελευταία Πόλη»

Μοιραστείτε το:

Comments