Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άρχοντας, καλός άνθρωπος, κι είπε να χτίσει μιαν εκκλησιά για την ψυχή του.
Έχτισε την εκκλησιά, την έκανε μεγάλη κι όμορφη. Όλοι όσοι πήγαιναν και την έβλεπαν, εθαύμαζαν την ομορφιά και τον πλούτο της. Πήγε δα κι ένας και του λέει: «Έτσι όμορφη που ‘ναι η εκκλησιά σου, έπρεπε να φέρεις και το πουλί τ’ αηδόνι, να βοηθά τους ψαλτάδες και τότε, δε θα έχει άλλη στον κόσμο σαν ετούτη.

Θέλησε τότε κι ο άρχοντας να βρει το πουλί τ’ αηδόνι, να το αγοράσει κι είπε, όποιος του το φέρει, θα του δώσει λεπτά όσα θέλει. Αλλά πού να το βρούνε; Όλοι ήθελαν να πάνε και κανείς δεν ήξερε που βρίσκεται. Ήταν κι ένας φτωχός κι είχε τρεις γιους. Λέει στα παιδιά του: «Εγώ, παιδιά μου, λέω, να πάτε γι’ αυτό το πουλί, να το βρήτε. Να πάτε μαζί ως πέρα, στο τρίστρατο, στο σταυροδρόμι, και να πάρετε ο καθένας σας ένα δρόμο κι όσο πηγαίνετε να ρωτάτε, ώσπου να βρεθεί κανείς, που να ξέρει να σας πει πού είναι αυτό το πουλί τ’ αηδόνι, να το πιάσετε, να το φέρετε, να πάρουμε τα λεφτά». «Καλά λες, πατέρα», είπαν τα παιδιά. Ετοιμάστηκαν και την άλλη μέρα ξεκίνησαν κι έφυγαν.

Αφού έφτασαν στο τρίστρατο, κουρασμένοι, εκάθησαν να ξεκουραστούν λιγάκι. Λέει τότε ο μεγάλος: «Αδέρφια, εγώ δεν πάω άλλο! πού θα τρέχουμε τώρα; Θα πα να μπω εργάτης σ’ ένα ψωμάδικο, να χορτάσω ψωμάκι». Λέει κι ο δεύτερος: «Ούτε κι εγώ δεν πάω. Θα μπω εργάτης σ’ ένα χαλβατζίδικο να τρώω και να πίνω, να μην έχω κανέναν ανάγκη». Ο πιο μικρός λέει: «Μια και το ‘πε ο πατέρας, εγώ, αδέρφια, θα πάω. Θα τραβήξω εμπρός κι όπου με βγάλει η άκρη. Ρωτώντας, ρωτώντας, πάει κανείς στην Πόλη. Αφήνω γεια!»

Πήρε πια το δρόμο. Πήγε, πήγε, βραδιάστηκε σε κάτι γκρεμνοί. Εκεί βλέπει μια σπηλιά. «Ας μπω», λέει, «να πλαγιάσω τη νύχτα και το πρωί ξεκινώ πάλι». Μες στη σπηλιά ήταν ένας δράκος, που είχε τα φρύδια μακριά’ έπεφταν οι τρίχες μες στα μάτια του και δεν έβλεπε τίποτε. Το παιδί, σαν τον είδε, φοβήθηκε, κι ήθελε να φύγει. Μα σαν είδε που ήταν στραβός, σκέφτηκε ν’ απομείνει εκεί. Τί να κάνει και που να πάει μες στα σκοτάδια! «Ας ζαρώσω», είπε, «σε μιαν άκρη, να μη σαλέψω και με νιώσει και την αυγή, πρωί, πρωί, σηκώνομαι και φεύγω…».

Κει που ζάρωσε στην άκρη, ακούει ένα βρόντο, που βούηξε η σπηλιά. Πετιέται τότε το παιδί, πάει κοντά του και του λέει: «Ορίστε, πατέρα, τι θέλεις;»
«Ποιος είσαι εσύ και πώς βρέθηκες εδώ;» του λέει ο δράκος. «Πατέρα, συ μ’ έκανες τούτη την ώρα! Με τον αέρα που βγήκε από την κοιλιά σου γεννήθηκα», λέει το παιδί. Ο δράκος δα το πήρε σε μεγάλη χαρά. «Έλα κοντά μου», του λέει, «να σε πιάσω, γιατί εγώ δε βλέπω ο καημένος, παιδάκι μου». Πήγε το παιδί κοντά του, το χάιδεψε και το είχε πια μαζί του. Του έδωσε τα κλειδιά από τις κάμαρες και γύριζε σ’όλο το παλάτι του δράκου. Είχε πια στα χέρια του όλα τα φλουριά και τα χρυσαφικά κι ο δράκος τ’ αγαπούσε, τάχα πως ήταν δικός του γιος. Αλλά και το παιδί τον περιποιόταν’ του έκοψε τις τρίχες από τα φρύδια του, του έπλυνε τα μάτια του’ είδε ο δράκος τον ήλιο, που είχε χρόνια να τον ιδεί. Το παιδί τον καλόπιανε, τόσα καλά που βρήκε απ’ αυτόν, αλλά δεν ξέχασε και τον πατέρα του τον αληθινό και την παραγγελιά του.

Λέει μια μέρα το παιδί στο δράκο: «Πατέρα, δεν έχεις άραγε ακουστά ποτέ σου για το πουλί τ’ αηδόνι, που κελαηδάει πολύ όμορφα; Πού να βρίσκεται, να πα να το πάρουμε; Θα το είχαμε κι αυτό εδώ, να μας διασκεδάζει». Του λέει ο δράκος: «Πάρε αυτό το χρυσό κλειδάκι από το λαιμό μου κι ανέβα πάνω στον ηλιακό κι άνοιξε τον οντά. Μέσα θα βρεις ένα άσπρο άλογο με φτερά.

Να του πεις, κι εκείνο θα σε πάει όπου θέλεις».

Πήρε το παιδί το κλειδί, ανέβηκε στον ηλιακό, κι ήβρε τ’ άλογο. Μόλις άκουσε τ’ άλογο τι ήθελε, του είπε: «Καβαλλίκεψε στην πλάτη μου κι εγώ θα σε πάω. Βλέπεις εκείνο το βουνό, πίσω από τον ήλιο; Εκεί θα πάμε! Μόνο πρέπει να κοιτάξουμε να περάσουμε την ώρα που ανοίγει, να βγούμε, προτού ξανασφαλήσουν τα βράχια και μας μαγγώσουν μέσα. Μη φοβάσαι, εγώ θα σε περάσω!»

Έφυγαν στ’ αλήθεια, παραμόνεψε τ’ άλογο την ώρα που άνοιξαν τα βουνά και τον πέρασε. Σαν έφτασαν από την άλλη μεριά, είδαν ένα παλάτι ολόχρυσο. Το παιδί ξεκαβαλίκεψε μπρος στην πόρτα του παλατιού και μπήκε στο περβόλι. Λογιών λογιών τραγούδια μοσκοβολούσαν και τα πουλιά κελαηδούσαν γλυκά. Το παιδί κοίταζε να ξεχωρίσει, να δει ποιο ήταν το πουλί τ’ αηδόνι, να το πάρει να φύγει γρήγορα, προτού ξυπνήσει ο δράκος που τα φύλαγε και τον φάει.

Κει κάτω από μια λεμονιά με φύλλα μαλαματένια, βλέπει μια κοπέλα πλαγιασμένη και πάνω στην ποδιά της ήταν καθισμένο το πουλί τ’ αηδόνι και κελαηδούσε και τη νανούριζε. Πάει αυτός αγάλια αγάλια, λύνει την ποδιά της, τυλίγει μέσα το πουλί, τ’ αρπάζει και φεύγει. Βγαίνει έξω, καβαλλικεύει τ’ άλογο κι εκείνο πετιέται σαν τη σαΐτα και φτάνουν στο βουνό. Από πίσω τους ο δράκος κι η κοπέλα (δρακοπούλα ήταν κι εκείνη μαθές) κι άλλα ξωτικά και νεράιδες, έτρεχαν σαν τον αέρα και την κυνηγούσαν.

Το παιδί έτρεμε από το φόβο του, όσο έβλεπε πίσω του όλα τα ξωτικά και τα ζούμπερα να τον κυνηγούν, και παρακαλούσε το Θεό και τον Αη Γιώργη να τον γλιτώσουν από τα νύχια τους. Έδωκε πια ο θεός κι η ευχή του πατέρα του τον εβοήθησε και μόλις έφθασαν στο βουνό, το ήβραν ανοιχτό και πέρασαν. Μπαίνουν από πίσω τους κι εκείνα όλα τα δαιμόνια, πα να περάσουν, κλείνουν τα βουνά κι απομένουν μέσα. Είπε τώρα το παιδί στο άλογο και τον έφερε ίσια στο σταυροδρόμι, κοντά στο χωριό του. Κατέβηκε τότε, χάιδεψε τ’ άλογο, το ευχαρίστηκε κι ύστερα τ’ άλογο έφυγε να πάει στο δράκο. Εκείνος έκατσε εκεί να ξεκουραστεί λίγο, να φάει καμιά μπουκιά ψωμί και να ποτίσει το πουλί τ’ αηδόνι, μην του ψοφήσει.

Εκεί πιο πέρα βλέπει δυο κουρελήδες κι ακάθαρτους, που κάθονταν και τον κοίταζαν που έτρωγε. Τους εφώναξε να τους δώσει να φάνε, γιατί τους λυπήθηκε, και βλέπει που ήταν τα δυο αδέλφια του, που εγύριζαν φτωχοί κι ελεεινοί. Δουλειά δεν είχαν βρει και πεινούσαν. Τους έδωκε να φάνε, τους έδωκε λεπτά, και ξεκίνησαν να πάνε όλοι μαζί στο σπίτι και στον πατέρα τους. Τους έλεγε να μην στενοχωριούνται, που δεν έκαναν προκοπή. Εκείνος είχε λεπτά για όλους, θα έπαιρνε κι από το πουλί τ’ αηδόνι, άμα το πήγαινε στην εκκλησιά, κι άλλα λεπτά και θα περνούσαν ζωή χαρισάμενη! Αλλά εκείνοι, άμα είδαν που είχε το πουλί τ’ αηδόνι, εζήλεψαν και βουλήθηκαν να τον σκοτώσουν και να του πάρουν το πουλί.

Στο δρόμο που πήγαιναν, ήβραν ένα πηγάδι. «Να πιούμε λιγάκι νερό;» είπεν ο μεγάλος. «Πώς να πιούμε;» είπεν ο μεσιανός. «Με το σκοινί. Να κατεβούμε ένας ένας να πιούμε». «Καλά λες», είπε ο μεσιανός. Έπιασαν λοιπόν κι έδεσαν πρώτα το μεγάλο, τον κατέβασαν και άμα ήπιε, τον ανέβασαν και κατέβασαν το μεσιανό. Σαν ήρθε κι η σειρά του μικρού, τον κατέβασαν, μα δεν τον ανέβασαν πια. Τον εσκέπασαν με μια πλάκα και πήραν το πουλί κι έφυγαν.

Μα ο Θεός δε θέλει το άδικο! Σε λίγο πάει ένας τσοπάνης στο πηγάδι να ποτίσει τα πρόβατα. Ακούει φωνές, σκύβει μες στο πηγάδι, βλέπει το παιδί. Του ρίχνει ένα σκοινί, σκαρφαλώνει επάνω, βγαίνει. Οι άλλοι δυο, σαν έφτασαν στο χωριό κι είπαν που έφεραν το πουλί, πήραν τα σχαρίκια, τους έδωσαν λεπτά. Τους έκαναν χαρές και γλέντια μεγάλα. Μα, άκουσες ποτέ σου την παροιμία: «Ο ψεύτης κι ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται!»

Το παιδί, μόλις βγήκε από το πηγάδι, ευχαρίστησε τον τσοπάνη, επήρε δρόμο κι ήρθε στο χωριό. Πήγε στον πατέρα του, του είπε τι έκαμαν οι αδερφοί του και είπε που εκείνος το είχε φέρει το πουλί. Εκείνοι οι δυο έλεγαν, που λέει ψέματα, και δεν επαραδέχονταν όσα έλεγε. Το παιδί όμως είχε φυλαγμένη την ποδιά της βασιλοπούλας. Την έβγαλε και την έστρωσε μπροστά στο πουλί. Μόλις την είδε εκείνο, που ως την ώρα δεν είχε ανοίξει το στόμα του να κελαηδήσει καθόλου, πήγε κι έκατσε πάνω
στην ποδιά κι άρχισε να κελαηδεί, όπως ήταν μαθημένο. Κατάλαβαν τότε όλοι, πως τ’ αδέρφια του έλεγαν ψέματα κι εκείνος είχε φέρει το πουλί. Τότε έδωσαν τα λεπτά σ’ εκείνον κι έπιασαν τα αδέρφια του και τους εφυλάκισαν.

Αλλά ο μικρός δεν άφησε να τους πάνε στον κριτή. Τους συγχώρεσε για χατήρι του πατέρα του. Εμετάνοιωσαν πια κι εκείνοι κι έζησαν όλοι μαζί καλά κι εμείς καλύτερα.

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments