Το ψηλό, αιώνια πράσινο δέντρο της Μοίρας είναι στολισμένο με όλα τα αγαθά της ζωής… Από κάτω μέχρι πάνω κρέμονται καριέρες, ευτυχισμένα συμβάντα, κόμματα που προτιμούμε, κέρδη, μπισκότα βουτύρου, χαστούκια και λοιπά. Γύρω από το δέντρο στριμώχνονται ενήλικα παιδιά. Η Μοίρα τούς μοιράζει δώρα…

«Παιδιά, ποιος από σας θέλει μια πλούσια νύφη;» ρωτάει, πιάνοντας από το κλαδί μια ροδομάγουλη κόρη εμπόρου, πασπαλισμένη από το κεφάλι μέχρι τα πόδια με μαργαριτάρια και μπριλάντια… «Δυο σπίτια στην Πλιουσίχα, τρία σιδηρουργεία, μια μπιραρία και διακόσιες χιλιάδες
σε μετρητά! Ποιος θέλει;»

«Εγώ! Εγώ!» απλώνονται για την πλούσια κληρονόμο εκατοντάδες χέρια. «Εγώ θέλω εμπόρισσα!»
«Μη σπρώχνεστε, παιδιά, και μην ανησυχείτε… Όλοι θα ικανοποιηθείτε… Την εμπόρισσα ας την πάρει ο νεαρός γιατρός. Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη, και συγκαταλέγεται στους ευεργέτες της ανθρωπότητας, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ένα ζευγάρι άλογα, καλά έπιπλα και λοιπά. Πάρε, αγαπητέ γιατρέ! Δεν κάνει τίποτα…

Τώρα, η επόμενη έκπληξη! Θέση στους σιδηροδρόμους στο Τσουχλόμο‐Ποσεχόνσκι! Δέκα χιλιάδες μισθός, άλλα τόσα σε πριμ, δουλειά
τρεις ώρες το μήνα, διαμέρισμα δεκατριών δωματίων και λοιπά… Ποιος θέλει; Εσύ, Κόλια; Πάρ’ την, αγαπητέ μου! Παρακάτω… θέση οικονόμου στον εργένη βαρόνο Σμάους! Αχ, μην τραβάτε έτσι, Mesdames! Υπομονή!…

Επόμενο! Νέα, όμορφη κοπέλα, κόρη φτωχών αλλά καθωσπρέπει ανθρώπων! Προίκα ούτε δεκάρα, αλλά φύση τίμια, αισθαντική, ποιητική! Ποιος θέλει; (Σιωπή).
Κανείς;»
«Θα την έπαιρνα εγώ, αλλά πώς θα την ταΐζω;» ακούστηκε από τη γωνία η φωνή του ποιητή.
«Λοιπόν, κανείς δε θέλει;»
«Ε, θα την πάρω εγώ… Ας είναι…» λέει ένα μικροκαμωμένο γεροντάκι με ποδάγρα, που δουλεύει στο ιερατικό συμβούλιο.

«Το μαντιλάκι της Ζόρινα, της αρτίστας; Ποιος το θέλει;»
«Αχ!… εγώ! Εγώ!… Αχ! Με πατήσατε! Εγώ!»

«Επόμενη έκπληξη! Πλούσια βιβλιοθήκη με όλα τα έργα του Καντ, του Σοπενχάουερ, του Γκαίτε, όλων των Ρώσων και ξένων λογοτεχνών, πολλά παλιά χειρόγραφα και λοιπά… Ποιος θέλει;»
«Εγώ!» λέει ο παλαιοβιβλιοπώλης Σβινοπάσοφ. «Σας παρακαλώ!»
Ο Σβινοπάσοφ παίρνει τη βιβλιοθήκη, διαλέγει για τον εαυτό του τα Μαντεία, Νύστα, Επιστολογραφία, Βιβλίο για ανύπαντρους… και τα υπόλοιπα τα πετάει στο πάτωμα…

«Το επόμενο! Ένα πορτρέτο του Οκρέιτς!»
Ακούγεται ένα δυνατό γέλιο…
«Δώστε το σε μένα», λέει ο συντηρητής μουσείου Βίνκλερ. «Θα μου χρειαστεί…»

«Και τώρα, μια πολυτελής κορνίζα από το βραβείο Νόβα. (Σιωπή). Κανείς δεν τη θέλει; Αφού είναι έτσι, πάμε παρακάτω…

Σκισμένες μπότες!»
Οι μπότες δίνονται στο ζωγράφο… Τελικά, το δέντρο αδειάζει κι όλοι σκορπίζουν… Δίπλα στο δέντρο απομένει ένας συνεργάτης χιουμοριστικών περιοδικών…

«Κι εμένα τι θα μου δώσεις;» ρωτάει τη Μοίρα… «Όλοι πήραν από ένα δώρο, εγώ τίποτα. Μεγάλη γουρουνιά αυτή εκ μέρους σου!»
«Τα πήραν όλα, δεν έμεινε τίποτα… Α, έμεινε ένα βουτυρένιο μπισκότο… θέλεις;»
«Δε χρειάζεται… Τα έχω βαρεθεί αυτά τα βουτυρένια μπισκότα… Τα λογιστήρια ορισμένων μοσχοβίτικων περιοδικών είναι γεμάτα από τέτοια. Κάτι πιο ουσιαστικό;»
«Πάρε αυτά τα κάδρα…»
«Τα έχω ήδη…»
«Να ένα χαλινάρι, γκέμια… Να ένας κόκκινος σταυρός, αν θέλεις… Ένας πονόδοντος… μια κακομεταχείριση… Ένα μήνα στη στενή για δυσφήμιση…»
«Τα έχω όλα αυτά…»
«Μολυβένιο στρατιωτάκι, αν θες… Το χάρτη του Βορρά…»
Ο χιουμορίστας κουνάει μπαϊλντισμένα το χέρι του και τραβάει από κει που ήρθε, ελπίζοντας στο δέντρο της επόμενης χρονιάς…

Αντόν Τσέχωφ

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments