Η ώρα της συνάντησης είχε φτάσει!
Αλλά, στ’ αλήθεια, τα λαγούμια είχαν σμίξει κι οι ψυχές μας είχαν επικοινωνήσει;
Τι ανόητη φαντασία μου ήταν όλο αυτό!

Όχι, οι στοές συνέχιζαν παράλληλες όπως πριν, αν και τώρα ο τοίχος που τις χώριζε ήταν σαν ένας τοίχος από γυαλί κι εγώ μπορούσα να βλέπω τη Μαρία σαν μια φιγούρα σιωπηλή κι άπιαστη…

Όχι, ούτε κι αυτός ο τοίχος έμενε πάντα έτσι.
Πολλές φορές γινόταν από πέτρα μαύρη και τότε πια δεν ήξερα τι γινόταν στην πλευρά την άλλη, τι γινόταν μ’ εκείνη σ’ αυτά τα ανώνυμα διαλείμματα, τι παράξενα συμβάντα διαδραματίζονταν.

Μέχρι που πίστευα πως στη διάρκεια εκείνων των διαλειμμάτων το πρόσωπό της άλλαζε και πως μια γκριμάτσα περιπαικτική το παραμόρφωνε κι ίσως να αντάλλαζε χαμόγελα με κάποιον άλλον κι όλη η ιστορία με τις στοές ήταν μια γελοία εφεύρεση ή δοξασία δική μου και πως σε κάθε περίπτωση υπήρχε ένα και μοναδικό τούνελ, σκοτεινό και μοναχικό: το δικό μου, το τούνελ που μέσα του είχαν κυλήσει τα παιδικά μου χρόνια, η νιότη μου, η ζωή μου ολόκληρη.

Ernesto Sabato
Απόσπασμα από το «Το Τούνελ»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments