Married to immortal verse,
Such as the meeting soul may pierce
In notes, with many a winding bout
Of lincked sweetness long drawn out,
With wanton heed, and giddy cunning
John Milton

Αφιερώνεται στους ποιητές της Αμμοχώστου της Κύπρου

Α΄

Έσφαλεs  Κύριε μου /και έπλασεs  άνομο πλάσμα /για πλάσμα της φύσης/
η μαγεία στα σχέδια των ανθρώπων/ ένα μήλο δαγκωμένο από τις δύο πλευρές
οι ορδές κατηφόρισαν και/έσκισαν τα χαρτιά / δεν έχω λόγο πια/ ούτε
σκοπό/ μόνο άφησε εμένα/ να γείρω κοντά σου/
άφησε να δω το πρόσωπο αυτό/ του κατακλυσμού/ άφησε τα χέρια μου/ να
γυρέψουν τα δικά σου
το δένδρο της γνώσης στέρεψε /ούτε ένας καρπός δεν έμεινε / σημείο
αναφοράς μιας στιγμής θεϊκής
άφησε με λοιπόν να γείρω στο πλευρό σου/ και ένωσε το δικό μου/ σιαμαίοι
μια νέας εποχής /πλευρό με πλευρό δεν σμίγουν / λέει ο λαός
πόσο μετράει που δεν άκουσες τον λαό/
αυτόν τον άνδρα που μου φύτεψες κάποτε /στον λέω σε εσένα Κύριε/ θέλω να
μας ενώσεις και πάλι/ από την αρχή/ δυο ξεχωριστές μπάλες πηλού /
από αιγαιοπελαγίτικη λάσπη / μούχλα κι’ αλμυρίκια /
κλαίω και κλαίω/ και το δάκρυ μου γεμίζει τις θάλασσες και τα ποτάμια γεμίζει
με αίμα τα κορμιά που χάθηκαν πρόωρα /
χάθηκαν με βάσανο και οσμή θανάτου/ πριν ακόμη γεννηθούν
φωνάζω και φωνάζω το όνομα σου / έχω ξεχάσει κάθε άλλο όνομα/ μόνο εσύ
με στεφανώνεις/ Δεν με φτάνει τίποτα πια/ίσως  ένας έρωτας / μια προσευχή

Β΄

Θαυμάζω Κύριε/ μεγάλα τα έργα σου / άφησε να θυσιάσω και εγώ μαζί με το
υιό σου/
το άβολο τούτο σώμα/ για μια καλύτερη μέρα
ας είναι και μια γυναίκα πλάι του ισότιμα/ να ριγήσει η πλάσης με τους δυο/
μαζί/
κοιτάζομαι στη απέναντι βιτρίνα/ δεν με αναγνωρίζω/
και εσύ και εγώ Κύριε μου/ ξεγελάμε τον κόσμο/ αφού με έκανες αόρατη /
άφησες πίσω μια μορφή δική μου αλλοιωμένη από το χρόνο / για να ξεγελά/
να φέρνει γέλιο και καθησυχασμό
έχω καιρό να δω άνθρωπο να κοκκινίζει/
πέρασε ένας τυφώνας και τα σάρωσε όλα/ κάποιες εστίες έμεινα αναλλοίωτες/
σαν φωτογραφίες του 1970/η μνήμη της γης θα με ακολουθεί πέρα από τον
χρόνο/
μια άσκηση αδιάκοπη αδιάστατη αδιάσπαστη/ σε κάθε στιγμή
τοποθετεί με ευλάβεια τα σημάδια/ στον κορμό της μνήμης

Γ΄

Και σε είδα μια μέρα χειμωνιάτικη σε ένα δρόμο αγαπημένο
Ήμουν άσκεπη και το ρούχο μου φτηνό και λίγο
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα θυμήθηκα και γέλασα
Όχι εγώ δεν ήμουν αυτή

Στις πόλεις που βρέθηκα το πουλί στο στήθος μου
δεν σταμάτησε να φτερουγίζει
πιστεύω σε έναν θεό πατέρα παντοκράτορα
σε ένα άνθρωπο μοναδικό και ατελή
σε μια αμαρτία άγια σε μια στιγμή που πέταξε σε θάνατο
σταθερό/  αμετάκλητο /εκεί που είσαι θεναρθώ /κι εδώ που είμαι, ήσουν
αυτό το τραγούδι ας το μάθουν τα πουλιά ας το μάθουν τα άγρια θηρία/
ας το μάθει το τριζόνι που την πόρτα εκλιπαρεί
γράφω για να στεφανώσω την δόξα/ όχι/
το πεπρωμένο των ανθρώπων υμνώ /  την ομορφιά της φύσης
Κάθε άνθρωπο άνομο και θλιβερό/ βρίσκομαι  στο κουτί της Πανδώρας/
έφερα και εγώ ένα κουτί να χαρίσω σε όποιον με πλησιάσει άφοβα
δεν έχω άλλες επιθυμίες/ παρά έναν έρωτα και μια προσευχή
το πουλί που δεν σταμάτησε να φτερουγίζει στο στέρνο μου
μιλάει για μια γέφυρα/ έλα εσύ γέφυρα και έρχομαι και εγώ σε σένα

Μαρία Πανούτσου

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments