το μαύρο είναι το χρώμα μου,
το χρώμα της καρδιάς μου,
το πιο χρωματιστό πλουμίδι,
το καύχημα, ο περουζές,
πρώτα, σε περιβραχιόνιο,
θείου, πάππου, πατέρα
στις αλλαξιές, μαμάς
γιαγιάς και θείας,
χωρίς αιδώ,
και στις λεξούλες μου
τις πρώτες,
αυθάδικες και θλιβερές
τις βρίσκαν τα παιδιά,
κι αργότερα με κραύγαζαν
Μαρία η κατηφής,

το μαύρο κύλησε απότομα
με βρήκε, στα όνειρα μου
το φόρεσα κατάσαρκα
στα έτη τα δεκάξι,
μόλις το πένθος της γιαγιάς,
με έντυσε κοπέλα,
και τότε είδα το ένδυμα,
ως ένδυμα δικό μου,
με ρώταγαν, αν είμαι
σε πένθος από τότε,
και εγώ τους απαντούσα,
μα όχι, είναι το φόρεμά μου
μέσα και έξω μαύρα,

και μια χαρά στα χείλη
ν αργοσαλεύει πονηρά,
στα μάτια η λάμψη,
να φανερώνει πεθυμιές
και να με ζευγαρώνει,
μα εγώ πενθούσα πράγματι
τούτη τη ζήση την τραχιά,
του την παραζάλη,
τούτον τον κόσμο, το σαθρό
σαν μήλο σαπισμένο, σαν κραταιό
φλεγόμενο, θηρίο, οργισμένο,
ο πύργος της Βαβέλ σε καρτ ποστάλ
με αποχρώσεις γκρι
σαν στάχτη που εξανεμίζεται

Μαρία Πανούτσου
Ανέκδοτο ποίημα από την ενότητα προσωπογραφίες

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments