Ήταν πριν πολλά χρόνια όταν οι άνθρωποι δεν είχαν χωριστεί σε πλούσιους και φτωχούς κι όλα πάνω στη γη ήταν μικρά, στενά και λίγα.

Τα σπίτια μας ήταν μικρά, τα μαγαζιά μικρά, η οδός Μουσών ήταν στενή και το κρεβάτι μου ήταν στενό.
Οι εκκλησίες ήταν μικρές, οι φίλοι μου ήταν μικροί. Και τα ρούχα μος ήταν στενά και λίγα, αφού ο παπα-Γιώργης που μας τα ‘δινε δε μας μετρούσε με τη μεζούρα.
Ο κόσμος ήταν κι αυτός μικρός κι έπιανε από το δάσος του Σέιχ Σου μέχρι τη θάλασσα του Λευκού Πύργου.
Η ίδια η γη ήταν τόσο μικρή, που όταν πήγα σχολείο και την είδα πάνω στο τραπέζι του δασκάλου μπόρεσα να την αγκαλιάσω.
Τα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα ήταν τόσο λίγα που όταν έβλεπες ένα χειροκροτούσες και το κοίταζες μέχρι να χαθεί, γιατί θ’ αργούσες πολύ να ξαναδείς άλλο.
Τηλέφωνο ούτε ακούγαμε ούτε βλέπαμε. Για να το δει κανείς, έπρεπε να φάει ξύλο. Αν ήταν μικρός, στο γραφείο του διευθυντή του σχολείου αν ήταν μεγάλος, στο γραφείο του διευθυντή της αστυνομίας.
Το φαΐ ήταν τόσο λίγο, που όταν το είχαν οι άνθρωποι μπροστά τους κάνανε το σταυρό τους σαν μπροστά σε εικόνισμα.

Κλέφτες δεν υπήρχαν, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτα να τους κλέψεις.
Το μόνο που έκλεβαν κάθε τόσο τα παλικάρια ήταν καμιά όμορφη κοπέλα, κι αυτό γιατί ο μπαμπάς της τσιγκουνευόταν να τους τη δώσει κι αφού εκείνη προηγουμένως τους είχε κλέψει την καρδιά…

Απόσπασμα από «Το μονοπάτι στη θάλασσα» του Αντώνη Σουρούνη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments