«Να πάμε στο βουνό, κοντά φαίνεται».

«Κοντά;» γέλασε. «Όταν έχεις τη θάλασσα μπροστά, όλα κοντά σε φαίνονται, αλλά είναι πιο μακριά».

«Τότε να πάμε από τη θάλασσα» φώναξα κι απόρησα που γέλασε πάλι, γιατί νόμιζα πως έλεγα το πιο έξυπνο πράγμα.

«Καλά, άμα βρούμε κανένα μονοπάτι στη θάλασσα, μπορεί και να πάμε καμιά μέρα. Τα πολύ παλιά χρόνια κάποιους που τους αγαπούσε πολύ και τους νοιαζόταν τους έφτιαξε μονοπάτι κάτω από το νερό, για να περάσουν απέναντι και να σωθούνε. Ποιος ξέρει. Κάποτε μπορεί να μας δει, να νοιαστεί και για μας και να μας σώσει. Υπομονή…».

Υπομονή; Κι εδώ υπομονή; Είχα μπουχτίσει με τις υπομονές, όλοι αυτό λέγανε σε όλους. Υπομονή στον πόλεμο, υπομονή στην ειρήνη, υπομονή στη δουλειά, υπομονή στην αναδουλειά, υπομονή σ΄ αυτούς που γεννιούνται, υπομονή σ΄ αυτούς που πεθαίνουν, υπομονή σ΄ αυτούς που παντρεύονται και σ΄ αυτούς που δεν παντρεύονται, υπομονή σ΄ αυτούς που θέλουν να σφάξουν τις γυναίκες τους και σ΄ αυτές που θέλουν να φαρμακώσουν τους άντρες τους.

Ο παππούς μου ήταν γεμάτος υπομονές, εγώ όμως δεν ήθελα να γεράσω και να τις κουβαλάω στην πλάτη. Ούτε και ήθελα να στέκομαι τόσο μακριά από τον Όλυμπο και να περιμένω στην ουρά, πότε θα πέσει το μάτι του Θεού πάνω μου, μπας και με δει και μπας και με διορθώσει.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το μονοπάτι στη θάλασσα» του Αντώνη Σουρούνη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments