Τετάρτη του Πάσχα είναι – ούτε Δευτέρα, ούτε Τρίτη – οι υποχρεώσεις για πανηγυρισμούς, για ευχάριστα, πασχαλινά, αναστάσιμα, μπορούν και να έχουν κάπως υποχωρήσει. Προτού λοιπόν ξεμακρύνουμε οριστικά από τις γιορτές, ας ρίξουμε μια τελευταία ματιά κατά πίσω.
Να ιδούμε που σκαλώνει, τι την συγκράτησε περισσότερο. Αυτό που θα τη συγκράτησε περισσότερο έχει και όλες τις πιθανότητες να είναι το πιο δυνατό «βίωμα» – για να μεταχειριστούμε μια λέξη με πολλή σήμερα πίστωση – που μας πρόσφερε η ευωδιαστή παρένθεση των άγιων ημερών.

Μεγάλη Παρασκευή βράδυ. Σε μια άκρη της πλατείας που απλώνεται ολόγυρα σε κάποιαν από τις κεντρικές εκκλησίες της Αθήνας, ένα πιτσιρικάκι, μια μπουκίτσα άνθρωπος, έχει στήσει το υπαίθριο «μαγαζί» του. Πουλάει κεράκια. Της δραχμής κεράκια, φτηνοδουλειά. Φυσικά το μαγαζί βρίσκεται κατάχαμα, πάνω σ’ ένα κουτί χαρτονένιο. Ο μικρούλης διαλαλεί την πραμάτεια του με τη φωνή των παιδιών, που είναι δυνατή και καθαρή.
– Πάρτε, πάρτε, πάρτε ! Εδώ το φτηνό μαγαζί.

Γελάς, ή δεν γελάς καν, και περνάς. Αν το φέρει όμως η περίσταση και σταθείς – για να ιδείς που θα βγάλουν τον επιτάφιο, ας πούμε – τότε ξεκρίνεις λίγο – λίγο άλλα πράγματα. Ξεκρίνεις πρώτα – πρώτα την περίεργη συνομοταξία έμβιων όντων όπου ανήκει το παιδάκι με τα κεράκια. Δεν είναι το κανονικό παιδί, τ’ αγοράκι των εφτά χρονών, όπως τ’ άκουσες να προσδιορίζει αυτό το ίδιο, θεωρητικά, την ηλικία του, στην περαστική κυρία που το ρώτησε για μια στιγμή παρεξενεμένη. Είναι ένα πλασματάκι με ελαττωματική διάπλαση, ρουφηγμένο από μέσα, στερημένο, ολοφάνερα λειψό στο ζύγι. Ένα κεφαλάκι χωμένο σαν περίτρομο ανάμεσα στους στενούς ώμους, δύο ποδαράκια λιωμένα, σκελετωμένα, μια ματιά υποταγμένη, άφεγγη, δειλιασμένη, που θέλει όμως να ζήσει, να μη σβήσει, και πεταρίζει γύρω ανήσυχη. Το παιδάκι με τα κεράκια διαλαλεί την πραμάτεια του και σύγκαιρα παίζει μέσα στις χουφτίτσες του πέντ’ έξη δραχμές, δεκάρες, εικοσαράκια, την είσπραξη της βραδιάς. Έχει κι’ ένα σουσαμένιο κουλούρι, ακουμπισμένο πάνω στο στρατσόχαρτο της «βιτρίνας» του, που το πασπάλισε η σκόνη. Κάθε τόσο παίρνει το κουλούρι, το δαγκώνει με απληστία, με απόλαυση. Καταλαβαίνεις πως αυτή η λιχουδιά αντιπροσωπεύει μιαν ασυνήθιστη θυσία, που τη δικαιολογεί μόνο το εξαιρετικό της βραδιάς.

Ο μικρός κύκλος που σχηματίστηκε κάποια στιγμή γύρω, σου υπέβαλε παρήγορες σκέψεις για την ευαισθησία των ανθρώπων, για το καλό, σε τελευταία ανάλυση, ψυχικό τους υπόστρωμα. Ερωτήσεις τρυφερές, ή χαϊδευτικά αστειευόμενες εκφράσεις συμπάθειας, ματιές που ανταλλάσσονται ανάμεσα στους θεατές γεμάτες νόημα, συμπόνια, ενισχύσεις πρόθυμες του αναιμικού ταμείου. Μια κυρία, ευνοημένη με φυσική ευφράδεια, σκάρωσε στα πεταχτά μια σύντομη διάλεξη φιλανθρωπικού περιεχομένου. Την απάγγειλε με ωραία πεποίθηση, στους τυχαίους ακροατές της. Δεν έλειψε και ο περαστικός φωτορεπόρτερ, που απαθανάτισε δις το παιδάκι με τα κεράκια

– Πιο ψηλά το κεφάλι σου ! …
– Όχι, μην κοιτάς τον φακό !…
– Να κάνεις πως μετράς τα λεφτά σου.
– Σκύψε ντε !
– Όχι μη σκύβεις !

Ισάριθμοι αυτοσχέδιοι σκηνοθέτες ρύθμιζαν την λήψη, και το μικρό είχε ζαλιστεί, δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει, ποιόν ν’ ακούσει, συμμορφωνόταν με του καθενός το πρόσταγμα, με κάτι μικρά, σπασμωδικά τινάγματα λαβωμένου πουλιού. Τσιροπούλι άλλωστε ήταν, πεσμένο εκεί στην άσφαλτο, στη σκόνη του δρόμου, να τσιμπολογήσει λίγα σουσαμάκια κι έπειτα να φύγει, να φτερακίσει, να το πιεί στην απεραντοσύνη της η νύχτα της πρωτεύουσας, η μυρωμένη από λιβάνια και βιόλες.

Καχεξία όχι παθολογική. Μια άλλη καχεξία, φρικτή, της φτώχιας, κάτι παρακάτω : της αθλιότητας, αυτή είναι η εικόνα που σου παρουσίαζε το παιδί. Στο κορμάκι αυτό δεν είχαν κυκλοφορήσει βιταμίνες, χυμοί, υλικά αναγκαία για το κανονικό πλάσιμο ενός ανθρώπου. Και το ψωμί λειψό και το λάδι. Οι συμπονετικές κυράδες του φιλοθεάμονος κοινού πιάσανε να συζητούν για την απονιά των γονέων που ρίξανε στο πεζοδρόμιο το έρημο παιδί να κτυπηθεί πρόωρα με τη ζωή, να βγάλει το ψωμί του, για την στοργή που θα του λείπει, για το χάδι που δεν θα γνώρισε ποτέ. Απόμειναν με την μιλιά στο στόμα.

Κάπου από το σκοτάδι, είχε ξεπροβάλει τώρα μια άλλη ύπαρξη, που ζύγωσε το παιδί να το εφοδιάσει με νέα κεράκια. Και η άλλη αυτή ύπαρξη τα έλεγε όλα άφωνα, με τη θωριά της, δεν χρειαζότανε σχόλια και επεξηγήσεις : Ένας ανθρωπάκος νέος ήταν, τρισάθλιος, λιωμένος κυριολεχτικά μέσα στ’ αποφόρια του, που έπλεαν, κίτρινος σαν το κερί, λείψανο περιφερόμενο. Δύο μάτια του είχαν απομείνει μόνο ζωντανά, μαύρα, απελπισμένα μάτια. Ο πατέρας.
Τότε έγινε γύρω ασυναίσθητα, μια σιωπή. Ας ελπίσουμε σιωπή σεβασμού. Ένας μονάχα άνοστος, νόμισε πως κάτι θα διορθώσει : Πληροφόρησε τον άνθρωπο πως είχανε φωτογραφήσει το παιδί του, θα το βάζανε και στις εφημερίδες. Εκείνος αποκρίθηκε κοιτάζοντας στο κενό μ’ ένα απροσδιόριστο χαμόγελο :
– Καλά κάνανε. Να βλέπουνε τα χάλια τους….

Το είπε σχεδόν άφωνα, σα μέσα του. Ήταν η μονολογική τάση του μαθημένου ν’ απευθύνεται στο κενό. Να τα βλέπουν τα χάλια ποιοι ; Και να νιώσουν τι ; Ο αοριστόλογος πληθυντικός ήταν και βαρύς από πρόθεση και τραγικός από επίγνωση ματαιοπονίας. Οι θεατές, βρίσκοντας τη σκηνή τώρα πια να παρατραβάει, άρχισαν να σκορπίζουν.

Ήρθε πάνω σ’ αυτά και η μάνα, μια γυναικούλα το ίδιο ζουριασμένη, πικραμένη, με τα ξεγοφιασμένα παπούτσια της, το ψηλό μαντήλι της γύρω στο κεφάλι. Πούλαγε κι αυτή κεράκια. Τους κοίταζες και τους δύο γονιούς κι αναρωτιόσουν που τη βρήκανε τη δύναμη τα δύο τούτα ναυάγια, να βγάλουν παιδί, πως μπόρεσε ο νεκροζώντανος εκείνος να φυλάξει μέσα στα νεφρά του μια σπίθα ζωής, η γυναικούλα να θρέψει ζωντανή σάρκα στα λιμασμένα της τα σπλάχνα, ν’ αντέξει στον τεράστιο, ξεθεμελιωτικό σπασμό της γέννας. Σε ποιάν ανθρωπότητα ανήκαν τα τρία τούτα πλάσματα ; Ένα τέταρτο πλάσμα, που τα ζύγωσε σε λίγο πουλώντας και εκείνο κεράκια, – γνώριμος, φίλος, γείτονας, συγγενής του άντρα ; – ολοκλήρωσε τον πίνακα. Ήταν η παράγκα, η πείνα, η ανεργία, η έσχατη εξαθλίωση, η πλάση εκείνη που δεν τη βλέπεις στο φως της ημέρας, στους συχναζόμενους δρόμους, ανάμεσα στο σύννεφο της κούρσας, της μακαριότητας, και που σου προξενεί έναν αθέλητο αποτροπιασμό, γιατί κατεβάζει την ανθρωπότητα στο σκουλήκι, την κοινωνία στον εφιάλτη, κάνει τη ζωή πληγή κακοφορμισμένη, μολυσμένη, θανάσιμη.

Στον αέρα χαμοπετούσε η Μεγάλη Παρασκευή τ’ αρώματα της κρυφής άνοιξης, το πάθος του Λυτρωτή. Οι άνθρωποι ένιωθαν μιαν αόριστη διάθεση αγαθοεργίας. Την ανάγκη να γίνουν καλύτεροι. Κάτι τέτοιες βραδιές, τα ηθικά παραγγέλματα κυκλοφορούν στον αέρα, τ’ αναπνέεις θέλοντας και μη. Τέτοια και η διάθεση των περαστικών που στάθηκαν γύρω στο αδικημένο παιδάκι, το συμπόνεσαν, το μικροσυνέτρεξαν. Και σκόρπισαν. Στα μάτια τους, καθώς έφευγαν, το έβλεπες πως κιόλας είχαν αρχίσει να ξεχνάνε. Ο νους τους γύριζε αλλού.

Έτσι είναι. Η συμπόνοια μας, καλοπροαίρετη, παρήγορη, δεν έχει βάθος και συνέπεια. Η ανθρωπιά μας δεν είναι αρκετά δυνατή για να οργανωθεί σε πράξη, ν’ αποσείσει το βάρος της κακής συνήθειας, ν’ αναθεωρήσει τη ζωή, τον κόσμο, να ξεσηκώσει την συνείδηση, να φουσκώσει σ’ αγανάκτηση, σε δημιουργικό πάθος. Επιπόλαια είναι κι’ εξανεμίζεται σε παθητικές στιγμιαίες θεωρήσεις. Ανάβει ένα κερί μια φορά τον χρόνο, σε κάποιο ενσαρκωμένο ιδανικό, ύστερα φυσάει τη φλόγα, εκείνη σβήνεται, φεύγει με το γαϊτάνι του καπνού στον αέρα. «Και του χρόνου».
Κι απορούμε ύστερα που ο κόσμος έχει γίνει άνω – κάτω, παραξενευόμαστε που ζούμε δίχως την γεύση του αύριο.

Δεν ξέρω, μπορεί καθώς το λένε κάποιοι σοφοί, όλα να βρίσκονται οργανωμένα σοφά, ισορροπημένα κατά μια μυστική οικονομία, όλα να είναι καλά σ’ αυτόν – εδώ, τον καλύτερο των κόσμων.
Όμως εμένα κάτι μου λέει αφέντη Χριστέ, πως ενόσω τα ποδαράκια του παιδιού της Μεγάλης σου Παρασκευής θα είναι σαν τα κεράκια που πουλάει άδικα ήρθες στον κόσμο – και άδικα σταυρώθηκες.

Άγγελος Τερζάκης «Προσανατολισμός στον Αιώνα»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments