Εκείνο το βράδυ, το βράδυ της θύελλας, καθόμασταν σιωπηλοί. Νόμιζα πως η καρδιά μου θα κομματιαζόταν. Πού και πού σκούπιζα από κανένα δάκρυ διακριτικά. Ο Αδριανός περιεργαζόταν τα σύννεφα με βλέμμα απόμακρο και σκοτεινό. Ήξερα πως είχε αρχίσει κιόλας να προετοιμάζεται για όλα αυτά που θ’ αντιμετώπιζε το επόμενο πρωί – για τα επόμενα δυο χρόνια. Ο Αδριανός θα έφευγε.

«Γαμημένη χούντα!» ξέσπασε σε μια στιγμή.
«Δεν είναι θέμα χούντας», προσπάθησα να τον ηρεμήσω. «Η στρατιωτική θητεία υπήρχε και πριν από τη χούντα, ξέρεις.»
«Το ξέρω!»
Κάτω απ’ τα νεύρα του ένιωθε φοβισμένος. Τον καταλάβαινα.
«Τώρα όμως είναι αλλιώς», επέμεινε. «Δυο ολόκληρα χρόνια. Θεέ μου, τόσος καιρός! Κι άμα σε βάλουν στο μάτι, σε στέλνουν εξορία και κανείς δεν ξανακούει ποτέ για σένα.»
«Μα γιατί να σε βάλουν στο μάτι;» παρατήρησα μαλακά. Οι φόβοι του ήταν υπερβολικοί.
«Αμάν πια, Έλλη! Τι προσπαθείς να παραστήσεις; Δεν έχεις ακούσει τι κάνουν σε ανθρώπους σαν κι εμάς;»
Ήξερα πού το πήγαινε. Οι γονείς του ήταν αντάρτες στον εμφύλιο, όπως και οι δικοί μου. Αλλά αυτό ήταν πριν από αιώνες και έκτοτε δεν ξανασχολήθηκε κανείς τους ανοιχτά με τα πολιτικά.
«Το φακέλωμα δεν παραγράφεται, ξέρεις. Γιατί νομίζεις πως φωνάζουν τον πατέρα σου κάθε λίγο και λιγάκι στο τμήμα για «υπόθεσή του;»»
«Από μόνος του περνάει πότε πότε, για να θυμηθούνε τα παλιά. Ο διοικητής είναι τέταρτος ξάδερφος, απ’ το σόι της γιαγιάς.»
«Μπούρδες!» — ο Αδριανός δεν έλεγε να ηρεμήσει. «Φακελώνουν τους πάντες και τα πάντα. Όχι μόνο τους γονείς μας, αλλά κι εσένα κι εμένα και τους φίλους μας και τους φίλους των φίλων και όλους τους συγγενείς μας μέχρι τέταρτο ή πέμπτο βαθμό.»
Ήταν αγχωμένος. Τον καταλάβαινα.
«Βρίσκουν τάχα ενοχοποιητικά στοιχεία», συνέχισε αναστατωμένος. «Σου τη στήνουν κανονικά. Ή σε φωνάζουν απλώς στο τμήμα και κάποια μέρα σε ξεβράζει η θάλασσα («αυτοκτονία» ή «ατύχημα») ή δε σε βρίσκουνε ποτέ.»
Δεν ήθελα να τσακωθούμε, ήταν το τελευταίο μας βράδυ. Τον αγαπούσα.
Πήρα το χέρι του στο δικό μου και το χάιδεψα απαλά. Με κυρίευσε η θλίψη των δυονών μας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξέσπασε η καταιγίδα. Ο Αδριανός με φίλησε και άνοιξα τα χείλια. Το είχαμε ξανακάνει αυτό. Εκείνο το βράδυ όμως σαν να μην ήταν τίποτε αρκετό. Πίεσα το κορμί μου πάνω του για να τον νιώσω πιο κοντά. Η θύελλα αγρίεψε. Ένα τσίμπημα φόβου –πώς θα γυρνούσαμε στη στεριά; Τον φίλησα πιο βαθιά για να διώξω το φόβο κι εκείνος ερεθίστηκε. Δεν το είχαμε ξανακάνει αυτό.
«Η βάρκα!» φώναξα και τον έσπρωξα από πάνω μου. «Πρέπει να ελέγξουμε τα σκοινιά. Άμα μας πάρει η καταιγίδα τη βάρκα, πώς θα γυρίσουμε σπίτι;»

΄Ημουν ανέκαθεν πολύ λογικός άνθρωπος.
Αλλά δεν ήταν πολύ λογική βραδιά.
Τον κοίταζα που στερέωνε τα σκοινιά βλαστημώντας την καταιγίδα, το ένα χέρι περασμένο σφιχτά στο κάγκελο του μικρού εξώστη για να μην τον αρπάξει ο άνεμος και τον πετάξει στο νερό. Η βάρκα σκαμπανέβαζε σαν πλαστικό παπί σε μπάνιο μωρού. Μια αστραπή έσκισε στα δυο τον ουρανό και φωτίστηκε η λιμνοθάλασσα, που σκίστηκε κι αυτή σε χίλια κομμάτια –χίλια κύματα ορθωμένα– και αποκαλύφτηκε για μια στιγμή ο λασπερός πυθμένας της με τα αυλακωμένα εντόσθιά του, ώσπου να ορμήξει ξανά η θάλασσα να τον αυλακώσει κι άλλο με τη μανία της, πλημμυρίζοντας τη βάρκα, τον εξώστη κι εμάς μαζί.
«Μπες μέσα! Μπες μέσα!» ούρλιαξε ο Αδριανός. Αλλά στεκόμουν καθηλωμένη και κοιτούσα το χαλασμό.
Ο Αδριανός με τράβηξε μέσα και βγάλαμε τα ρούχα μας — είχαν μουσκέψει. Κι ύστερα βρέθηκε μέσα μου εκείνος και ούρλιαξα, αλλά ήξερα πως η απόφασή μου ήταν σωστή και πλημμύρισα χαρά και ντροπή, και ήμασταν τόσο κοντά, τόσο κοντά κι ο κόσμος, ο κόσμος όλος εμείς, ώσπου με πήρε το κύμα και έφυγα σαν να πετούσα στη χρυσή, φλογισμένη βροχή.

Όταν ήρθε η αυγή, δεν ντρεπόμουν πια. Η καταιγίδα μαινόταν όλη νύχτα. Ήμασταν παγιδευμένοι. Το είχαμε πάρει απόφαση πως δε θα γυρνούσαμε σπίτι. Κι έτσι όταν ξημέρωσε η νέα μέρα, δεν είχα πια κανένα πρόβλημα που ήμουν γυναίκα. Το μόνο που ευχόμουν ήταν να μην είχαν πρόβλημα και οι γονείς μου.
Είχαν φυσικά.
Ήταν χειρότερο απ’ ό,τι περίμενα. Πολύ χειρότερο. Όπως όταν ήμουν μικρή…
Πετούσα στον ύπνο μου όταν ήμουν μικρή. Δυο τρία πηδηματάκια και σκαρφάλωνα ψηλά στον ουρανό, πέρα μακριά απ’ τις μικρές μου σκοτούρες, ή χαμηλά, αγγίζοντας σχεδόν τη θάλασσα για να γευτώ τον αφρό της, ύστερα πάλι ψηλά κατά τη στεριά, περνώντας ξυστά πάνω απ’ τις κορυφές των δέντρων. Αχ, τι χαρά να σπάζεις τα δεσμά σου, να μην έχεις βάρος έξω από εκείνο που εσύ ορίζεις, τίποτα που να σε περιορίζει ή να σε υποχρεώνει να γυρίσεις πίσω. Τι χαρά να περιφέρεσαι όπου κι όπως λαχταράς, ν’ ανακαλύπτεις την ομορφιά του κόσμου από ψηλά, να βλέπεις μέρη θαυμαστά που κανένας άλλος άνθρωπος δεν έχει αντικρίσει. Ελευθερία! Με μάγευαν αυτά τα όνειρα και τα έβλεπα συχνά όταν ήμουν μικρή, κάθε φορά γυρνώντας με μια καινούργια αλήθεια. Γυρνούσα όμως πάντα. Μ’ ένα σφίξιμο στο στέρνο, μια αγωνία τόσο βαριά, που σχεδόν σβηνόταν η χαρά απ’ το ταξίδι. Θυμάμαι πως έκοβα κύκλους πάνω απ’ το σπίτι, πετώντας χαμηλά, προσεκτικά, ψάχνοντας τρόπο να μπω πάλι μέσα χωρίς να με καταλάβουν. Έβλεπα τους γονείς μου καθισμένους στην αυλή, να απολαμβάνουν την ηρεμία της γλυκιάς βραδιάς, το άρωμα των νυχτολούλουδων, τις ψαλμωδίες των τριζονιών μέσα απ’ τις στρώσεις της νύχτας. Το σπίτι στεκόταν σκοτεινό, τα παντζούρια και τα παράθυρα ορθάνοιχτα για να μπαίνει η αύρα της νύχτας, να βγαίνουν οι ψίθυροι, τα παιδιά κοιμισμένα από ώρα στα κρεβατάκια τους σαν αγγελούδια. Ανυποψίαστοι οι γονείς μου. Πού να φανταστούν πως κυκλοφορούσε ανάμεσά τους ένας αγύρτης, προδότης, μασκαράς –εγώ– που τις νύχτες αναζητούσε τους απαγορευμένους καρπούς έξω από το μαντρί, έξω από κάθε πλαίσιο, νόμο ή δεσμό, που δίχως αυτά δεν γίνεται ανθρώπινη ευτυχία; Δεν ήξεραν. Δεν έπρεπε να ξέρουν. Δεν ήμουν έτοιμη να φύγω απ’ το μαντρί. Κι ενώ με μάγευε το πέταγμα, δεν άντεχα να πληρώσω το τίμημα– ήθελα να μπω πάλι μέσα!

Εκείνο το πρωί του 1969, ξημερώματα της επομένης της θύελλας, δε θα με άφηναν να μπω πάλι μέσα – όχι τουλάχιστον αν δε με τιμωρούσαν πρώτα σκληρά για το αμάρτημά μου. Οι γονείς μου δεν πίστευαν βέβαια στη φυσική βία ή σ’ άλλες τέτοιες φασιστικού τύπου κυρώσεις, καθότι ιδεολόγοι αριστεροί και παλιοί αγωνιστές. Η μάνα όμως είχε μια κάποια έφεση στη χρήση πιο δημοκρατικών μεθόδων, όπως, ας πούμε, η διαλεκτική συζήτηση, η ψυχολογική καθοδήγηση και οι γόνιμες σιωπές, που διευκόλυναν, καθώς πίστευε, την αυτοκριτική, την αυτοπειθαρχία και την πραγματική αυτοσυνείδηση.

Ήταν ξύπνια όταν γύρισα, με περίμενε. Μόλις είχα μπει απ’ την πόρτα, πατώντας στις μύτες των ποδιών και βρίζοντας την ξεχαρβαλωμένη κλειδαριά με τους αλάδωτους μεντεσέδες, όταν την είδα ξαφνικά μπροστά μου και τινάχτηκα απ’ την τρομάρα. Καθόταν κουλουριασμένη στη βάση της σκάλας, το ένα χέρι πλεγμένο στην κουπαστή, το κεφάλι της γερμένο στο μπράτσο κι ένα βλέμμα απόμακρο στα μάτια. Ήταν ντυμένη κανονικά, κι ας μην είχε καλοχαράξει ακόμα, χωρίς όμως εκείνο το δραστήριο ύφος δουλειά-χαρά-στην-μπάντα-η-τεμπελιά που φορούσε συνήθως τα πρωινά. Φαινόταν μαραμένη, σαν να είχε κοιμηθεί με τα ρούχα ή να μην είχε κοιμηθεί καθόλου, έτοιμη να καταρρεύσει από λεπτό σε λεπτό.

Αποφάσισα πως η καλύτερη άμυνα ήταν η επίθεση:
«Ωχ, έλα τώρα, μάνα!» σήκωσα τα χέρια μου με δυσφορία. «Μη μου πεις ότι ανησύχησες; Αφού σου έχω πει χιλιάδες φορές να μη με περιμένεις όταν αργώ.»
Με κοίταζε χωρίς να μιλάει.
Ε, δε θα με πτοούσαν εμένα αυτά τα είσαι-η-μεγαλύτερη-στεναχώρια-της-ζωής-μου βλέμματά της. Συνέχισα όσο πιο πειστικά μπορούσα: «Μα φαντάστηκα ότι θα το καταλάβαινες πως λόγω της καταιγίδας… Θα ήταν μεγάλη κουτουράδα να μπω στη βάρκα με τέτοια θύελλα.»
Η μάνα μου αμίλητη.
«Αφού σου λέω πως δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν η μόνη λύση…» Σταμάτησα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι πολύ περίεργο στο βλέμμα της μάνας.
«Ήρθε η αστυνομία…» ψιθύρισε.
(Ωχ, έλεος, μάνα — όχι και αστυνομία!)
«Είχα βγει να τον ψάξω…»
«Ποιον, καλέ μάνα;»
«Τα όργανα… Πού τάξη όμως;… Ο πατέρας σου δε γύρισε σπίτι χτες βράδυ. Τον ψάχναμε, αλλά… Λένε πως ίσως πνίγηκε στην καταιγίδα. Ανοησίες! Φυσικά και δεν πνίγηκε. Θα μου το έλεγε. Είχε υποχρέωση… Γιατί δε μου το είπε… τι όμως; Ξέχασα… Μα τι κατάσταση είναι αυτή! Κανείς δεν μου λέει τίποτα σ’ αυτό το σπίτι…»

Έτσι αρρώστησε η μάνα μου απ’ το Αλτσχάιμερ της. Έτσι τουλάχιστον είπαν οι γιατροί. Που πάει να πει πως τότε μόνο το κατάλαβαν αυτοί. Εγώ το ήξερα από καιρό. Κατά τη γνώμη μου η μάνα γεννήθηκε με Αλτσχάιμερ ή όπως αλλιώς το λένε αυτό. Οι γνωστοί της το έλεγαν «μια πεισματική φλόγα». Πολλοί τη θαύμαζαν για το δυναμικό της χαρακτήρα, πρώτος απ’ όλους ο μπαμπάς. Όμως όσο μεγάλωνε εκείνη, τόσο μεγάλωνε και το Αλτσχάιμερ της, με αυξανόμενο μάλιστα ρυθμό σε κάθε πόλεμο, λιμό, θάνατο ή γέννα που της τύχαινε στη ζωή της. Έτσι, μέχρι να γεννηθώ εγώ, που ήμουν η πέμπτη στη σειρά, οι φίλοι και γνωστοί είχαν κόψει πια τα «δυναμική» και «υπερδραστήρια» και χρησιμοποιούσαν άλλα επίθετα πιο ταιριαστά όπως «δύσκολη», «ιδιότροπη», «αυταρχική» ή απλώς «εκκεντρική» (τι λέξη-χάρμα που είναι κι αυτή, τόσο διακριτική και καλόβολη συνάμα).
Ο πατέρας μου, καθώς φαίνεται, είχε βγει για ψάρεμα. Του άρεσε πότε πότε να βγαίνει μόνος τη νύχτα να ψαρεύει. Όλη μέρα στα διβάρια μ’ αυτά τα γλιστερά πλάσματα και την ανεξίτηλη βρώμα τους, και πάλι του άρεσε να ψαρεύει στον ελεύθερό του χρόνο. Ο πατέρας μου ήταν περίεργος άνθρωπος καμιά φορά. Τη νύχτα, μου εξηγούσε, το ψάρεμα είχε μια άλλη γοητεία — όπως τον παλιό καλό καιρό, όταν οι άντρες ήταν άντρες και τα ψάρια ψάρια, και υπήρχε τιμή και δόξα στην κάθε μάχη της ζωής σου. Ύστερα μιλούσε για τα αστέρια, για τον Άνθρωπο και τη Φύση, για τον ουρανό της νύχτας και πώς φώτιζε το πυροφάνι του τη μυστική ζωή του βυθού.

Ήταν περίεργος άνθρωπος ο πατέρας μου. Και τώρα είχε χαθεί.
Κοίταξα καλά καλά τη μάνα μου, αλλά δεν μπόρεσα να την πιστέψω. Ο πατέρας θα γυρνούσε, δεν ήταν δυνατόν να είχε πνιγεί. Ίσως όλα τούτα να ήταν κάποιο καινούργιο κόλπο της για να με κάνει να νιώσω το μέγεθος του κρίματός μου. Ίσως να ήταν το Αλτσχάιμερ της που είχε φωλιάσει στο μυαλό και την έκανε να παραλογίζεται.
Ήταν όλα μαζί.
Εκείνη τη νύχτα έχασα τον πατέρα μου και τη μάνα μου και όλα όσα ήξερα και πίστευα για αληθινά. Εκείνη τη νύχτα, που έγινα γυναίκα, σταμάτησε ο πλανήτης όλος να γυρίζει. Χάθηκε ο ασφαλής, προβλέψιμος κόσμος που ήξερα από μικρή. Χάθηκε και το αθώο ανέμελο παιδί που ήμουν εγώ ως τα δεκαοκτώ μου χρόνια. Εκείνη τη νύχτα που έχασα τον πατέρα μου –και την μητέρα μου– δεν ήμουν καν εκεί! Γιατί πηδιόμουν με τον Αδριανό, να γιατί.
Δε βρήκαμε ποτέ το πτώμα του, παρόλο που οι έρευνες συνεχίστηκαν για βδομάδες. Όσοι είχαν βάρκα στο Μεσολόγγι, ή όσοι μπορούσαν να δανειστούν, βγήκαν στη θάλασσα να τον ψάξουν. Φίλοι, γειτόνοι, ψαράδες, αστυνομικοί, πονόψυχοι και καλοθελητάδες. Ύστερα, άρχισαν ένας ένας να κουνάνε το κεφάλι λυπημένοι και να γυρνάνε στις δουλειές τους. Όχι όμως εμείς. Πώς να γυρνούσαμε εμείς; Η μάνα έστρωνε κάθε μέρα τη θέση του πατέρα στην κεφαλή του τραπεζιού και κάθε μέρα ξεχνούσε πάλι πως δε θα γυρνούσε σπίτι. Καμιά φορά μας απαγόρευε ν’ αρχίσουμε το φαγητό προτού να έρθει εκείνος, και μέναμε νηστικοί. Άλλες φορές, όταν θυμόταν την αλήθεια, έβαζε τον Μάρκο να την πάει με τη βάρκα στη λιμνοθάλασσα για να ψάξουν λίγο ακόμα – πάντα λίγο ακόμα, αφού πτώμα δεν υπήρχε κι εκείνη δεν έπαιρνε από λογική. Ήξερε δα και την ιστορία της κοντοχωριανής της απ’ την Ιθάκη, που είκοσι χρόνια καλόπιανε τους μνηστήρες, χωρίς ούτε στιγμή να πιστέψει πως ο Οδυσσέας της είχε χαθεί.

Και ύστερα άρχισαν οι διαδόσεις. Πρώτοι άρχισαν να μας γυροφέρνουν οι κοντινοί φίλοι του πατέρα με μισόλογα και ερωτήσεις: Μήπως είχαμε βρει τίποτα… τίποτα περίεργο… ή κατά κάποιο τρόπο απρόσμενο ή και… παράνομο ακόμα; Μήπως κάτι θαμμένο κάτω απ’ τα δίχτυα στην ψαροκαλύβα; Κάτι παραπεταμένο στην αποθηκούλα της αυλής; «Όχι, τίποτα», απαντούσαμε. «Γιατί ρωτάτε;» απορούσαμε. «Σαν τι είναι αυτό που θέλετε να βρούμε;» Αλλά εκείνοι κουνούσαν το κεφάλι και γυρνούσαν στις δουλειές τους. Ύστερα άρχισα να νιώθω άβολα όταν ήμουν με κόσμο, στο σχολείο, στην εκκλησία ή όταν ψώνιζα στην αγορά. Ένα περίεργο συναίσθημα πως όλοι με κουτσομπολεύαν πίσω απ’ την πλάτη μου. Και ύστερα ήρθε επιτέλους ο Αδριανός με άδεια, για ένα μόνο βράδυ. Έκλαψα πικρά. Και τότε εκείνος μου εξήγησε τι έλεγε ο κόσμος πίσω από την πλάτη μου: Ότι ο πατέρας μου αποδείχθηκε τελικά κρυπτοκομμουνιστής, ότι είκοσι χρόνια τώρα δεν είχε πάψει να υποστηρίζει τους εχθρούς της πατρίδας. Έλεγαν ότι είχε ιδρύσει μια ομάδα μυστική που συναντιόταν τις νύχτες χωρίς φεγγάρι στην ψαροκαλύβα και έγραφε προκηρύξεις ενάντια στη χούντα. Τις τύπωνε ο ίδιος τις προκηρύξεις, έλεγαν, σ’ έναν αυτοσχέδιο πολύγραφο που είχε κρυμμένο στην καλύβα του. Δεν είχε πνιγεί ο πατέρας μου, έλεγαν. Τον είχαν δολοφονήσει οι ασφαλίτες. Μπα, έλεγαν άλλοι, πρόλαβε κι έφυγε στο εξωτερικό. Στη Σοβιετική Ένωση. Ίσως στην Αμερική. Και άλλοι πάλι πίστευαν πως ο πατέρας μου σάπιζε κάπου στη φυλακή ή σε κάποιο ερημονήσι. Πίστευαν πως ήταν ζωντανός.

Αλλά εγώ πίστευα πως ο πατέρας μου πνίγηκε στην καταιγίδα.
Κι ένα άλλο κομμάτι μου πίστευε πως θα γυρνούσε το βράδυ για φαγητό.
Και ένα άλλο κομμάτι μου ήξερε πολύ καλά πως δε θα είχε πνιγεί εκείνο το βράδυ ο πατέρας, αν είχα μείνει εγώ στο σπίτι.

Τατιάνα Αβέρωφ

Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αύγουστος» (Εκδόσεις: Κέδρος)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments