Το ρολόι της κουζίνας  του Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ 

Τον πρόσεξαν απο μακριά που ερχόταν, επειδή είχε κάτι που τον έκανε δύσκολο να περάσει απαρατήρητος. Είχε το πρόσωπο ενός γερασμένου ανθρώπου, μα μόλις τον έβλεπες να περπατά καταλάβαινες αμέσως ότι ήταν μόλις γύρω στα είκοσι. Κάθισε, με το μαραμένο πρόσωπό του, στο παγκάκι. Και ύστερα τους έδειξε τι κρατούσε στα χέρια του.

«Αυτό ήταν το ρολόι της κουζίνας μας», είπε και τους κοίταξε, έναν προς έναν, όσους κάθονταν στο παγκάκι κάτω από τον ήλιο. «Ναι, το βρήκα. Παρατημένο.»

Κράτησε μπροστά του ένα στρογγυλό ρολόι κουζίνας που έμοιαζε κάπως με πιάτο, και απαρίθμησε όλους τους μπλε αριθμούς που ήταν ζωγραφισμένοι πάνω του, δείχνοντας αδέξια με το δάχτυλό του.

«Είναι άχρηστο τώρα», ανακοίνωσε απολογητικά. «Το ξέρω. Και δεν είναι καν ωραίο ρολόι. Σαν πιάτο μοιάζει με αυτό το άσπρο του λούστρο. Αλλά οι μπλε αριθμοί είναι χαριτωμένοι, νομίζω. Οι δείκτες του είναι βέβαια τενεκεδένιοι. Και δε δουλεύει πια. Όχι. Είναι διαλυμμένο μέσα, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά δείχνει όπως πάντα. Παρ’όλο που δε δουλεύει πια.»

Με την άκρη του δαχτύλου του, έκανε προσεκτικά έναν κύκλο στο στεφάνι του πιάτου ρολογιού. Και είπε απαλά: «Αυτό απέμεινε». Αυτοί που καθόντουσαν στο παγκάκι δεν τον κοίταξαν. Ο ένας κοίταζε τα παπούτσια του και η άλλη στο καροτσάκι του μωρού της. Ύστερα κάποιος είπε: «Τα έχασες όλα δηλαδή;»

«Ναι, ναι», είπε καμαρωτά. «Σκέψου το! Όλα! Τα πάντα! Μόνο αυτό εδώ απέμεινε.» Και σήκωσε το ρολόι ψηλά, λες και οι άλλοι δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε.

«Αλλά δε δουλεύει πια», είπε η γυναίκα.

«Όχι, όχι. Δε δουλεύει. Έσπασε, το ξέρω καλά, πολύ καλά. Αλλά αν εξαιρέσεις αυτό, μοιάζει όπως έμοιαζε πάντα: λευκό και μπλε. Και εξακολουθεί να δείχνει την ώρα. Και το ωραίο είναι πως…», συνέχισε κατενθουσιασμένος, «ε, δεν σας είπα το καλύτερο! Το ωραίο είναι ακριβώς αυτό: σκεφτείτε το για μια στιγμή… έχει μείνει ακριβώς εκεί, στις δύο και μισή. Ακριβώς στις δύο και μισή! Δείτε το!»

«Μάλλον το σπίτι σου χτυπήθηκε ακριβώς στις δύο και μισή», είπε ο άνδρας και σούφρωσε τα χείλη του αλαζονικά. Όταν πέφτουν οι βόμβες, τα ρολόγια σταματούν. Απ΄την πίεση μάλλον».

Κοίταξε το ρολόι του και κούνησε το κεφάλι του ενώ σκεφτόταν όσα του είπε ο άνδρας. «Όχι, αγαπητέ μου. Όχι. Απατάσθε. Δεν έχει σχέση με τις βόμβες. Σας παρακαλώ, μην ομιλείτε για βόμβες. Όχι. Δύο και μισή, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι για το οποίο δεν γνωρίζετε. Αυτό είναι το παράξενο, ότι έχει κολλήσει εκεί πέρα, στις δύο και μισή. Όχι τέσσερις παρά τέταρτο, ούτε επτά ακριβώς. Δύο και μισή ήταν η ώρα που έφτανα πάντοτε σπίτι. Τη νύχτα, εννοώ. Σχεδόν πάντα στις δύο και μισή. Αυτό είναι το παράξενο.»

Κοίταξε τον άνδρα, αλλά εκείνος απέστρεψε το βλέμμα του. Και μη μπορώντας να κοιτάξει εκείνον, έγνεψε στο ρολόι του: «Πεινούσα, ε; Και πήγαινα κατευθείαν στην κουζίνα. Και ήταν σχεδόν πάντα δύο και μισή. Και ύστερα, βέβαια, ερχόταν η μητέρα μου. Όσο σιγά κι αν άνοιγα την πόρτα, πάντα με άκουγε. Και καθώς έψαχνα στην κουζίνα μέσα στα σκοτεινά να βρω κάτι να φάω, ξαφνικά το φως άναβε. Και θα στεκόταν εκεί, με τη μάλλινη ζακέτα της, και με ένα κόκκινο σάλι τυλιγμένο γύρω της. Και ξυπόλητη. Πάντα ξυπόλητη. Και είχαμε πλακάκια στην κουζίνα μας. Και θα αλλοιθώριζε, ούτως ώστε τα μάτια της να μικρύνουν, επειδή το φως ήταν δυνατό. Θα είχε πάει για ύπνο πριν πολύ ώρα. Αφού ήταν νύχτα.»

«Πάλι άργησες», θα έλεγε μετά. Δεν έλεγε τίποτε άλλο. Μόνο: «Πάλι άργησες». Και ύστερα ζέσταινε το φαί και με κοίταζε που έτρωγα. Και όλη την ώρα καθόταν σταυροπόδι, και ύστερα άλλαζε τα πόδια της, κάνοντας μπρος-πίσω, επειδή τα πλακάκια ήταν παγωμένα. Ποτέ της δε φορούσε παπούτσια τη νύχτα. Και σχεδόν πάντα στις δύο και μισή. Και αυτό τότε μου φαινόταν ό,τι πιο φυσιολογικό: πως κάθε νύχτα θα μου μαγείρευε κάτι να φάω στις δύο και μισή. Το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Και πάντα το έκανε. Και ποτέ της δεν είπε κάτι, εκτός από «Πάλι άργησες». Αλλά το έλεγε πάντα. Και δεν πίστευα ποτέ πως θα τέλειωνε. Μου φαινόταν τόσο φυσικό. Έτσι ήταν τα πράγματα τότε.»

Για μια στιγμή επικράτησε ησυχία στο παγκάκι. Ύστερα είπε απαλά «Και τώρα;» Κοίταξε τους άλλους. Μα εκείνοι όχι. Και έτσι είπε πολύ απαλά στο στρογυλλό, άσπρο και μπλε πρόσωπο: «Τώρα… τώρα ξέρω ότι ήταν παράδεισος. Ένας αληθινός παράδεισος.»

Τίποτα δεν κινείτο στο παγκάκι. Ύστερα η γυναίκα ρώτησε, «Και η οικογένειά σου;»

Χαμογέλασε άβολα και ντροπιασμένα, πρώτα στον άνδρα και ύστερα στη γυναίκα. Μα δεν τον κοίταξαν.

Ύστερα σήκωσε το ρολόι ψηλά και γέλασε. Γέλασε: «Μόνο αυτό! Απέμεινε! Και το ωραίο είναι… ναι!… είναι πως έχει μείνει στις δύο και μισή ακριβώς! Ακριβώς δύο και μισή!»

Ύστερα δεν έιπε τίποτε άλλο. Αλλά είχε ένα γερασμένο πρόσωπο. Και ο άνδρας που καθόταν δίπλα του κοιτούσε τα παπούτσια του. Αλλά δεν έβλεπε τα παπούτσια του. Σκεφτόταν τη λέξη «παράδεισος».

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments