Το σούρουπο οι ίσκιοι μακραίνουν…
…ή εσύ τι έκανες για να μη γίνει;

Η θάλασσα καθρέφτης! Πρώτη φορά τέτοια μπουνάτσα. Ο ήλιος στη δύση. Μάλλον, έχει δύσει. Κι ας φαίνεται δυο πόδια απ’ την θάλασσα έξω. Ολοκόκκινος, πορφυρένιος. Είναι κι αυτό οφθαλμαπάτη! Έχει δύσει. Κατά πώς λένε τουλάχιστον τεφτέρια – Γραμματικοί. Και ΄γω γυαλίζω τους μπρούντζους στην πλώρη στο «Σφουγγάρι!» Γιατί «Σφουγγάρι» λέγεται το «ντεπόζιτό» μας, το καΐκι μας. «Σφουγγάρι» που πάει για σφουγγάρια!
Σήμερα φύγαμε το πρωί, από τη Λέρο, για την Μπαρμπαριά, για σφουγγάρια. Ο καπετάν Χαραλάμπης ψηλόλιγνος, αρκουδιάρης θαρρείς, τόσο τον έχει καβουρντισμένο θάλασσα – ήλιος, βλέπει κατά δω. Παρατάω τους μπρούντζους. Πιάνω τη βούρτσα. Και δώστου φασίνα. Και δώστου τρίψιμο… Ώσπου να ξεφτίσουνε τα σανίδια. Δε θέλω να με πετάξει στη θάλασσα! Να με πούνε χαραμοφάη. Γιατί τα κάνει κάτι τέτοια ο καπετάν Χαραλάμπης. Σκληρότερος δεν είναι στο νησί, όλοι σου λένε. Να φας σκουλικιασμένη γαλέτα με τη χούφτα από δαύτον που να πάει καπνός! Να φας μπάτσο που να γυρίσεις πέντε φούρλες! Κακύτερος καπετάνιος δεν υπάρχει σου λένε. Μα καλύτερα έτσι. Αλλιώς δε θα έπιανα δουλειά πάνω στο «Σφουγγάρι»! Το ντεπόζιτό του! Γιατί κανένας δεν αφήνει το γιο του μούτσο στα χέρια του μέσα. Και έτσι μια και δεν έχει κανένα για μούτσο, πήρε εμένα! Ξένος για δαύτον, απ’ άλλο χωριό στα μέσα του νησιού ήμουν.
Ξεσπάει λέει προπάντων πάνω στους μούτσους μόλις και κάνουνε τίποτε. Από πρόπερσι, τότε που το΄σκασε ο μονάκριβος γιος του, 16 χρονών παλικάρι, μούτσος σε ξένο καράβι, στην απουσία του. Και από τότε ξεσπάει στα παιδιά πάνω. Βλέπεις δεν του στέλνει και κείνο το καταραμένο ούτε γράμμα ούτε γραφή. Από ξένα στόματα αραιά και πού μαθαίνει χαμπέρια για δαύτον. Κακά χαμπέρια: Έγινε άσωτος, μπεκρής, λέει ο γιος του, εκεί στο ξένο καράβι.

Δώστου φασίνα. Να με δει πως δουλεύω. Φασινάροντας, έπεσα πάνω στον ίσκιο του απότομα. Γύρισα κατά κει τρομαγμένος. Και όμως στεκόταν 5 ολάκερα μέτρα πιο πέρα! Α στο καλό. Τρόμαξα! Νόμιζα πως ήταν απάνω μου. Έτοιμος να με κλωτσήσει, έτσι όπως είχε το ένα πόδι πιο πίσω… Να πάρει φόρα για την κλωτσιά λες. Α στο καλό! Είναι πέντε μέτρα πιο πέρα. Το σούρουπο βλέπεις οι ίσκιοι μακραίνουν. Κοιτά αετήσια, πέρα, στα βόρεια. Και ας πηγαίνουμε νότο. Άγρια, αυστηρά κοιτάει. Λες και μαλώνει μπροστά του το γιο του. Του΄χανε πει πως ταξιδεύει βόρεια, με ιρλανδέζικο για κείνο.

— Τι έπαθες.

— Ωχ, ωχ πήρε κάβο πως τον κοιτάω…

— Τίποτα. Συμπάθα με καπετάνιο… Γυρνάει αλλού. Στα νότια στη ρότα μας τώρα. Και γω στη δουλειά μου. Δώστου φασίνα να λάμψουν οι τάβλες, βουρτσίτσα μου. Δώστου! Φύγαμε από τη Λέρο το πρωί. Όλα τα ντεπόζιτα τσούρμο. Εκεί να δουν τα μάτια σου κόσμο! Χαροκαμένες μανάδες. Ευτυχισμένες μανάδες. Ανήσυχες μανάδες. Αδερφές, γυναίκες, αρραβωνιαστικές. Ολο ζήλια παιδιά και γέρους. Να κουνούνε μαντίλια, να κλαίνε, να χαιρετάνε, να φωνάζουν, να φιλούν με το χέρι, τους ναύτες, τους βουτηχτάδες, τους μούτσους. Και δώστου να χαιρετάνε, να κουνούν μαντίλια, να φιλούν με το χέρι. Να πηγαίνει το δάκρυ κορόμηλο. Κι οι ναύτες και οι βουτηχτάδες και οι μούτσοι να χαιρετάνε καθένας κάποιον δικό του και να δίνουνε θάρρος.

…Και γω στο δεξί παραπέτο ακουμπισμένος, να μην έχω να χαιρετήσω κανέναν. Βλέπεις ο πατέρας μου μπαίνει, στους 10 χρόνους που’ ν’ στο κρεβάτι, παράλυτος. Από βουτηχτής τόβρε. Και η μάνα μου να κάθεται κοντά του, 3 ώρες πορεία βλέπεις από δω το χωριό. Πού να κατέβει μονάχη, χαροκαμένη γυναίκα. Και πού να αφήσει τον άνδρα της παράλυτο άνθρωπο, που δεν κάνει στιγμή μοναχός… Και να συγκινούμαι περισσότερο απ’ όλους… Χρόνια και χρόνια πρόσμενα τούτη τη στιγμή! Πότε θα φύγω για άλλους τόπους, για της Μπαρμπαριάς τα μέρη, γι’ αλλού ναυτικός. Και να με χαιρετά λέει η μάνα μου και η αδελφή μου από την παραλία και να μου στέλνουν φιλιά και να κουνούν το μαντίλι, και γω περήφανος να τις ησυχάζω: «Δεν είναι τίποτα μάνα, Φρόσω. Μην κλαίτε! Θα ξαναγυρίσω γρήγορα. Με ένα σωρό δώρα. Μην κλαίτε και θα νιώθω περήφανος. Ανδρας! Η αδελφή μου τώρα είναι υπηρέτρια στην Αθήνα! Κι ούτε το ξέρει που φεύγω. Θε να της γράψω μεσοπέλαγα, μόλις και πιάσουμε πόρτο… Κι η μάνα μου στο χωριό… Με πήρε το παράπονο, εδεκεί στο δεξί παραπέτο. Κι έκλαψα. Βλέποντας όλον εκείνον τον κόσμο που χαιρετούσε καθένας και έναν δικό του και μένανε κανένας. Μα ντράπηκα, που θα με έβλεπαν έτσι οι άλλοι και θα με κορόιδευαν. Και σκουπίστηκα. Και κατέβηκα στις μηχανές κάτω που στέκαν και κείνες μονάχες. Από δώδεκα χρονών στη βιοπάλη εμπήκα. Στην αρχή σε τσαγγάρικο να μάθω την τέχνη, με ένα τάλιρο την ημέρα! Και αν το θυμόταν και είχε δηλαδή να μου δώσει. Μάθαινα τέχνη λέει. Έπειτα σε περιβόλι, με 10 δραχμές. Τώρα στα 14 μου χρόνια μούτσος με 30 δραχμές. Ολο και στο καλύτερο πάμε. Αυτά σκέφθηκα εκεί κάτω και παρηγορήθηκα λίγο. Αυτά και τον εαυτό μου πέρυσι, πρόπερσι, αντιπρόπερσι, κάθε χρόνο που χάζευε στο μώλο, φερμένος επίτηδες, σκαστός από το σπίτι και τη δουλειά, και ζήλευα που φεύγανε τα καΐκια και χαιρετούσα με τα χέρια μου κανένα και όλους που έφευγαν, και δάκρυζα από τη ζήλια που δεν με παίρναν.

Σε λίγο ήρθε ο Βάνιας ο μηχανικός κάτω. Έβαλε μπρος τις μηχανές. Κατάλαβε, έτσι βουρκωμένον κιόλας που με είδε, και μου μίλησε. Και μου είπε να πάω πάνω. Στο πόστο μου, με χρειάζονταν! Μα εγώ δεν πήγα. Παρά έπειτα από ώρα. Σαν από το νησί τα βουνά του μόνον φαινόταν και ο κόσμος στο μώλο δε φαινόταν. Ευτυχώς που με την αναμπουμπούλα δεν τον είχε πάρει μυρωδιά ο καπετάν Χαραλάμπης.

…Ο ίσκιος του με τρόμαξε πάλι. Γύρισα περίεργα και τον ξανακοιτώ. Ωχ, ωχ το πήρε χαμπάρι και έρχεται κατά δω.

— Βρε, συ με παραμονεύεις; Τι βλέπω; Γιατί άφησες τους μπρούντζους μισοτριμμένους; Το νερό στο μαστέλο που βουτάς τη φασίνα σου βρώμισε. Χαραμοφάης είσαι, βρε; Τι σε πήρα; Αγριεύει. Ε, τι σε πήρα; Να το ξέρεις, αν πάμε έτσι, σίγουρα θα σε φουντάρω στη θάλασσα. Πρόσεξε. Δίνει μια κλωτσιά με τις μπότες στο μαστέλο με τα βρωμόνερα. Μουσκεύουν το παντελόνι μου για καλά εκείνα. Λερώνουν το πάτωμα που πάσκιζα τόσην ώρα να καθαρίσω. Κρίμα και παιδευόμουνα τόσην ώρα να γυαλίσω τούτες τις τάβλες. Εφυγε. Πιάνω το μαστέλο, το κρεμώ από το σχοινί του στη θάλασσα. Το γεμίζω θάλασσα για να ξαναρχίσω με καινούργιο νερό τη φασίνα. Ο ήλιος είναι εκεί μισή πιθαμή απ’ τη θάλασσα έξω. Ολοκόκκινος. Ο άλλος μισός, βουλιαγμένος. Καθώς κοιτώ να τραβήξω τον κουβά μου επάνω βλέπω τον ίσκιο του «Σφουγγαριού» του καϊκιού μας, στην ακύμαντη θάλασσα, πάνω, είναι παχυός ίσκιος δέκα μέτρα και βάλε. Και κυματίζει εδώ και κει από κυματάκια που κάνει το καΐκι μας σκίζοντας τα νερά, και κουνιέται μονάχος του έτσι, μια πάνω μια παρά κάτω, σαν φίδι, που προχωρεί με ζικ-ζακ. Παχύς και μακρύς ίσκιος.
Ετσι σαν πάντα, σαν και μας τώρα, το σούρουπο που οι ίσκιοι μακραίνουν!
Πάντα μακραίνουν!
Όπου και αν είσαι. Σε στεριά, σε θάλασσα, μέσα…
Σαν και μας…

Τίτος Κοκκινέας

Από το βιβλίο του:»To Σούρουπο Οι Ίσκιοι Μακραίνουν», Αθήνα 1961

Μοιραστείτε το:

Comments