Να σ’ έχουν λησμονημένο.
Παρόλα αυτά, εσύ να έρχεσαι ξανά
και ν’ ανοίγεις το κλειστό σπίτι.
Να παίρνεις τη σκούπα τη σκληρή και να σαρώνεις.
Οι δικοί σου άλλωστε, έχουν καιρό πούναι ταξιδεμένοι…

Η σκόνη σα καπνός να βγαίνει απ’ τα παράθυρα
και εσύ στάλα τη στάλα, να καταβρέχεις
με το μουλιασμένο το νερό μέσα στη στάμνα.
Κατά διαστήματα να βγαίνεις και να φυσάς τη μύτη σου
(πιο κάτασπρος από τ’ άσπρα σου μαλλιά μέσα στη σκόνη)
Έτσι κι αλλιώς, δε θα σ’ αναγνωρίσουν.

Θα σε μπερδέψουν με τον Σπύρο ή τον Κώστα του Γιάννη
ή με τον δεύτερο άντρα της Ανδριάνας που εγύρισε χήρος.
Εσύ, αφού συγυρίσεις καλά και στρώσεις στο ντιβάνι
το μαξιλάρι με το κέντημα το παλιό και το χρυσό σταυρουδάκι,
να πάρεις το μπρίκι και να ψήσεις στην πέτρα
πικρό χαλασμένο καφέ μεσ’ στο βάζο.
Θα ‘χει πάρει απόγιομα και θα βγεις να τον πγεις στο μπαλκόνι.
Αυτοί, θα περάσουν τάχα για δουλειά από κάτω.
Θα σε καλησπερίσουν.
Θα σου ειπούν «άμα ‘γόρασες το σπίτι;»
Θα σε ρωτήξουν «άμα βαστάει η σκούφια σου απ’ τους Γιαννοπουλαίους;»
Όπως και να ‘χει θα σ’ εκδηλώσουνε χαρά μεγάλη
που θα γροικήσουν πάλι άνθρωπο στην ερημιά εκεί σιμά τους.

Τότε να τους ξεφουρνίσεις.
Να τους ειπείς ότι ανέκαθεν το σπίτι αυτό ήταν δικό σου.
Πως δεν επλέρωσες λεφτά, πως δεν υπέγραψες χαρτιά
για να το έχεις.
Πως δεν σε λένε Γιάννη
χωρίς να τους πεις το όνομά σου.
Κι άμα ρωτώντας σε, παρατραβήξουν το σκοινί
να τους πεις ορθά κοφτά:
Πως έχουν προικιά, έχουν σπίτια και οι λησμονημένοι…
Να τον επγείς ούλο τον καφέ σου μέχρι το κατακάθι
και μετά να μπεις στο σπίτι, δίχως να κλειδώσεις την πόρτα.
Να κάμεις τρεις μέρες να βγεις όξω.
Ο τζάκης να καπνίζει…
Η λάμπα, την ημέρα σβηστή, τη νύχτα να καίει…

Δεύτερη με τρίτη μέρα θα στην «πέσουν» και το ξέρεις
Θα πλερώσουν έναν τραχύ αλλοδαπό που θα βαστάει μαχαίρι.
Θα του ειπούν πως «ήφερες πολλά λεφτά από τα ξένα
και δεν σε ξε κανένας».
Ο φονιάς θα διαλέξει να μπει στο σπίτι σου, αργά μεσημέρι.
Αυτοί, θα λείπουν στις δουλειές τους.
Απ’ το παράθυρο πίσω που δε κλεί καλά, της μικρής καμαρούλας
θα διαβεί αργοπάτητος τα σκουτιά του διαδρόμου
Με ψηλά το μαχαίρι.
Καθώς θάρχεται, θα ακούει καθαρά απ’ τη σάλλα
Ανασαμό κάποιου που κοιμάται.
Αργοσάλευτα θα πιέσει το ζεμπεράκι της πόρτας
και θα μπεί αστραπή στο δωμάτιο…
Θα τηράξει γύρω, τριγύρω, ολούθε… Δε θα βλέπει κανένα!
Θ’ ακούει όμως αργιανάσα βαργιά και το ντιβάνι να τρίζει.
Στο μπαούλο, μια τσάντα ανοιμένη λεφτά, μύρια ντόλλαρς.
Στο σερβάν και στο τζάκι ψηλά, φωτομπούστα φτηνά,
Νεκρών, πεθαμένων…
Θ’ αγριέψει η τρίχα του, θα βάλει φωνή, θα κάμει να τρέξει.
Θα σαλέψει ο νούς, θα σαλέψει το σπίτι.
Θα ‘ν τριγμός πιο βαρύς ‘πο σεισμό και το σπίτι θα πέσει.
Θα πλακώσει επιδέξιο φονιά, λίθο λίθο σκληρά
Σα τη λήθη…

Στο μεταξύ, οι Άλλοι θάχουν επιστρέψει.
Θα τους βρεί η βουή στο μεσημεριανό τους τραπέζι
Μια μια η μπουκιά και λοξή η ματιά προς το φόνο.
Θα φωνάξουν «Σεισμός Φαμελιά!» και θα βγουν έντρομοι.
Μαύρο θάμα θα δουν, ναν το σπίτι σωργιασμένο νεκρό
Και τα δικά τους ακέργια!
Ορθωμένα, λουστράτα, ψηλά
Όπως η Αγία τους Αθωότη.
Θα σταυροκοπηθούν. Θα ηφέρουν παπά να διαβάσει.
Τρείς με τέσσερις μέρες δε θα κοτάν
-Κυρίως βράδυ-
Να διαβούν κοντά στο σωργιασμένο σπίτι.
Πέμπτη μ’ έχτη μέρα όμως,
Θάρθουν με μικρά φορτηγά να πάρουν τις πέτρες.
«Τζάμπα πράμα» θα φτιάξουν τις μάντρες τους
Και φαρδιούς αποπάτους.
Επ’ ευκαιρία, θα απεγκλωβίσουν τον ατυχή αλλοδαπό
Αφού πρώτα τσεπώσουν το επίχρυσό του ρολόϊ.
Έξι μήνες μετά, στο καφενείο αργά
Ούλο κάτι θα λεν και τίποτα δεν θα λένε.
Στο χρόνο μέσα βέβαια, θα σ’ έχουν πάλι λησμονήσει
Και το ξέρεις…

Παρόλα αυτά, εσύ να έρχεσαι ξανά
και να ανοίγεις το κλειστό σπίτι.
Να παίρνεις τη σκούπα τη σκληρή και να σαρώνεις.
Οι δικοί σου άλλωστε, έχουν καιρό πούναι ταξιδεμένοι…

Βάσος Γλυκάδης

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments