Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, βγήκε ένα μικρό σύννεφο από τη θάλασσα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ελαφρύ κι ευτυχισμένο προς τον γαλάζιο ουρανό. Μακριά, μακριά, πολύ μακριά, από κάτω του, ήταν η γη ξερή από την αναβροχιά. Το συννεφάκι έβλεπε τους καημένους τους χωρικούς που δουλεύανε και σκοτώνονταν στα χωράφια τους, ενώ εκείνο ήταν εκεί επάνω αμέριμνο και άφηνε το πρωινό αεράκι να το σέρνει εδώ κι εκεί.

«Αχ, ας μπορούσα να βοηθήσω εκείνους τούς κακόμοιρους εκεί κάτω!» έλεγε. «Ας μπορούσα να τους κάνω τη δουλειά πιο εύκολη και να δώσω να φάνε αυτοί πού πεινούν και να πιουν αυτοί πού διψούν.»

Και καθώς περνούσε η μέρα και το σύννεφο μεγάλωνε, η επιθυμία του αυτή να βοηθήσει τους ανθρώπους εκεί κάτω στη γη, μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέσα στην καρδιά του.

Μα στη γη η ζέστη δυνάμωνε, οι άνθρωποι κόντευαν να πεθάνουν από το λιοπύρι, αλλά δεν παρατούσαν τη δουλειά τους γιατί ήταν πολύ φτωχοί. Πότε – πότε κοιτάζανε προς το σύννεφο.

«Αχ, ας μπορούσε να μας βοηθήσει λίγο», έλεγαν οι ματιές τους.

«Ναι, ναι, σας σάς βοηθήσω!» είπε το σύννεφο, κι άρχισε να κατεβαίνει μαλακά προς τη γη.
Μα ξαφνικά του ήρθε στο νου κάτι που του είχανε πει όταν ακόμα ήταν πολύ μικρό συννεφάκι, στην αγκαλιά της θάλασσας. Του είχαν πει πως τα σύννεφα που πλησιάζουν τη γη πεθαίνουν. Όταν το θυμήθηκε αυτό, βαστάχτηκε για να μην πέσει περισσότερο και άρχισε να κουνιέται εδώ κι εκεί με τ’ αεράκι. Φοβήθηκε, φοβήθηκε πολύ, μα ξαφνικά στάθηκε ακίνητο και είπε με καμάρι.

«Άνθρωποι, θα σας βοηθησω κι ας γίνει ότι γίνει.»

Η απόφαση αυτή το έκανε ξαφνικά πολύ μεγάλο και πολύ δυνατό. Ποτέ δεν είχε φαντασθεί πως μπορούσε να γίνει τόσο μεγάλο. Σαν δυνατός παντοδύναμος άγγελος που ευλογεί, στάθηκε πάνω από τη γη κι άνοιξε τα φτερά του μεγάλα, μεγάλα απάνω από τα χωράφια και από τα δάση. Και ήταν τόσο μεγάλο και είχε τέτοια μεγαλοπρέπεια που οι άνθρωποι το κοιτάζανε με θαυμασμό. Τα δέντρα έγερναν τα κλαδιά τους μπροστά του και τα φυτά έγερναν τα φύλλα τους, κι όλοι το περιμένανε με λαχτάρα.

«Πάρτε με!» είπε το σύννεφο. «Σας δίνω τη ζωή μου!»

Καθώς είπε αυτές τις λέξεις ένα δυνατό φως έλαμψε μέσα στην καρδιά του. Ακούστηκε μια δυνατή βροντή και το σύννεφο αισθάνθηκε μια τέτοια αγάπη και συμπόνια για τους ανθρώπους που κατεβαίνοντας ακόμα πιο χαμηλά έστειλε όλη του τη ζωή σε μια ευλογημένη δροσιστική βροχή, που πότισε γενναιόδωρα την διψασμένη γη.
Όμως το σύννεφο με τη βροχή διαλύθηκαν σιγά – σιγά και πέσανε.

Οι άνθρωποι, τα ζώα και τα φυτά πού είχαν ξεδιψάσει και ξαναζήσει, κοιτάζανε με ευγνωμοσύνη το ουράνιο τόξο πού άπλωνε τα ωραία του χρώματα απ’ το ένα μέρος του ουρανού ως το άλλο, δίχως να ξέρουν ότι αυτό ήτανε ο τελευταίος χαιρετισμός μιας αυτοθυσίας και μιας μεγάλης αγάπης.

Ισπανικός μύθος

Μοιραστείτε το:

Comments