ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ TOY ΧΩΡΙΟΥ TON ΦΩΝΑΖΑΝ ΚΥΡ-ΚΑΤΣΟΥΦΗ.
Ομως, το όνομά του ήταν Τούμυ. Κύριος Τζόναθαν Τούμυ. Αν και δεν είναι ευγενικό να βγάζεις παρατσού­κλια στον κόσμο, αυτό του ταίριαζε πολύ. Γιατί ο Τζόναθαν Τούμυ σπάνια χαμογελούσε. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ. Περπατούσε μουρμουρίζοντας γκρινιάρικα. Μίλαγε πάντα κατσούφικα και για όλα ήταν δυσαρεστημένος. Παραπονιόταν συνεχώς. Παραπονιόταν ότι οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν πολύ συχνά και τον ενοχλού­σαν. Παραπονιόταν ότι τα πουλιά κελαηδούσαν εκνευρι­στικά… Παραπονιόταν ότι τα παιδιά έκαναν θόρυβο παί­ζοντας. Για όλα παραπονιόταν…

Ο κύριος Τούμυ ήταν ξυλογλύπτης. Μερικοί έλεγαν ότι ήταν ο καλύτερος ξυλογλύπτης σε όλη την κοιλάδα. Περ­νούσε τις μέρες του καθισμένος σ’ έναν πάγκο, σκαλίζο­ντας όμορφα αντικείμενα από ξύλο πεύκου, καρυδιάς και καστανιάς. Μετά το βραδινό, καθόταν σε μια σκληρή ξύ­λινη καρέκλα κοντά στο τζάκι, καπνίζοντας την πίπα του και χαζεύοντας τις φλόγες.
Ο Τζόναθαν Τούμυ δεν ήταν γέρος. Ομως έτσι φαινό­ταν, αφού περπατούσε πάντα σκυφτός με το κεφάλι κάτω. Δεν μπορούσε κανείς ποτέ να δει τα μάτια του, που ήταν γαλάζια σαν τον Αυγουστιάτικο ουρανό. Ποτέ κα­νείς δεν μπορούσε να δει το δυνατό σαγόνι του, αφού το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο από μια ακούρευτη κι ατί­θαση γενειάδα. Σχεδόν πάντα υπήρχαν ανάμεσα στις τρί­χες πριονίδια και ξύσματα ξύλου καθώς και ψίχουλα ψω­μιού ή υπόλοιπα από το φαγητό της ημέρας. Έτσι ήταν ο κύριος Τζόναθαν: απεριποίητος και αδιάφορος.

Οι άνθρωποι του χωριού δεν το γνώριζαν, αλλά υπήρ­χε λόγος που ήταν κατσούφης και γκρινιάρης. Υπήρχε λόγος που περπατούσε σκυθρωπός, σαν να κουβαλούσε ένα μεγάλο βάρος στους ώμους του. Μερικά χρόνια πριν, όταν ο Τζόναθαν Τούμυ ήταν νέος και γεμάτος ζωή και γεμάτος αγάπη, η γυναίκα του και το μωρό τους αρρώστησαν βαριά. Και, επειδή εκείνον τον καιρό δεν υπήρχαν νοσοκομεία και φάρμακα και ικανοί γιατροί, η γυναίκα του και το μωρό πέθαναν με διαφορά τριών ημερών ο ένας απ’ τον άλλον.
Έτσι ο Τζόναθαν Τούμυ έβαλε τα υπάρχοντά του σε μια άμαξα και ταξίδεψε μέχρι που στέρεψαν τα δάκρυά του. Εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικροσκοπικό σπίτι στην άκρη ενός χωριού για ν’ ασχοληθεί με την ξυλογλυπτική. Ισως εκεί μέσα, κρυφά απ’ όλους ν’ άφηνε τα δάκρυά του να κυλήσουν…

Μια μέρα στις αρχές του Δεκέμβρη, κάποιος χτύπησε την πόρτα του Τζόναθαν. Μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας, πήγε ν’ ανοίγει. Έξω στέκονταν μια γυναίκα κι ένα νεαρό αγόρι.
«Είμαι η χήρα Μακντάουελ. Είμαι καινούρια στο χωριό σας. Αυτός είναι ο γιος μου, ο Τόμας» είπε η γυναίκα.
«Είμαι επτά χρονών και ξέρω να σφυρίζω» είπε ο Τόμας.
«Το ότι σφυρίζεις, δε μ’ ενδιαφέρει» είπε ο ξυλογλύπτης κατσούφικα.
«Θα ήθελα να μου κάνετε μια δουλειά», είπε η γυναίκα και μίλησε στον Τζόναθαν για τις πολύ ξεχωριστές χρι­στουγεννιάτικες φιγούρες, που της είχε σκαλίσει ο παπ­πούς της, όταν ήταν κορίτσι.
«Οταν μετακόμισα εδώ, ανακάλυψα ότι τις είχα χάσει» εξήγησε. «Είχα την ελπίδα ότι θα γινόταν κάποιο θαύμα και θα τις έβρισκα πάλι, αλλά δεν έγινε».
«Δε γίνονται θαύματα» της είπε ο ξυλογλύπτης. «Τώρα, μπορείτε να μου περιγράφετε τις φιγούρες;»
«Υπήρχαν πρόβατα» του είπε.
«Δύο, με κατσαρό μαλλί» πρόσθεσε ο Τόμας.
«Ναι, δύο» είπε η χήρα, «και μια αγελάδα, ένας άγγελος, η Παναγία, ο Ιωσήφ, ο μικρός Χριστός, και οι Σοφοί Μά­γοι».
«Τρεις» πρόσθεσε ο Τόμας.
«Θα δεχτείτε τη δουλειά;» ρώτησε η χήρα Μακντάουελ.
«Δέχομαι».
«Είμαι ευγνώμων. Πόσο σύντομα μπορείτε να τις ετοι­μάσετε;»
«Θα είναι έτοιμες, όταν θα είναι έτοιμες» είπε.
«Μα πρέπει να τις έχω για τα Χριστούγεννα. Σημαίνουν τόσα πολλά για μένα. Δεν μπορώ να θυμηθώ Χριστού­γεννα χωρίς αυτές».
«Αυτό δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου» είπε ο Τζόναθαν με αγένεια κι έκλεισε την πόρτα.

Την ερχόμενη εβδομάδα κάποιος χτύπησε την πόρτα του ξυλογλύπτη. Μουρμουρίζοντας και ξεφυσώντας, πήγε ν’ ανοίξει. Εξω στεκόταν η χήρα Μακντάουελ κι ο Τόμας.
«Με συγχωρείτε» είπε η χήρα, «αλλά ο Τόμας παρακαλούσε να έρθει να σας παρακολουθήσει να δουλεύετε. Λέει ότι θέλει να γίνει ξυλογλύπτης, όταν μεγαλώσει και θα ήθελε να σας παρακολουθεί, γιατί είστε ο καλύτερος στην κοιλάδα».
«Θα είμαι ήσυχος. Δε θα καταλάβετε καν ότι είμαι εδώ. Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ» κλαψούρισε ο Τόμας.
Ο ξυλογλύπτης, στενάζοντας παραμέρισε, για να περάσουν μέσα. Εδειξε ένα σκαμνί κοντά στον πάγκο που δούλευε. «Δε θα μιλάς, δε θα κουνιέσαι, δε θα κάνεις θόρυβο» πρόσταξε τον Τόμας.
Η χήρα Μακντάουελ έδωσε στον κύριο Τούμυ ένα καρ­βέλι ζεστό ψωμί κοιτάζοντάς τον με ευγνωμοσύνη. Μετά έβγαλε το πλεκτό της και κάθισε σε μια κουνιστή καρέκλα σε μια απόμερη γωνιά της καλύβας.
«Οχι εκεί!» φώναξε ο ξυλογλύπτης. «Κανείς δεν κάθεται σ’ αυτήν την καρέκλα». Ετσι η χήρα πήγε και κάθισε σε μια άλλη καρέκλα κοντά στη φωτιά.

Ο Τόμας καθόταν πραγματικά ακίνητος. Για μια στιγμή που του ’ρθε να φτερνιστεί, πίεσε το δάκτυλό του κάτω από τη μύτη του, για να κρατηθεί. Μια άλλη στιγμή που ήθελε να ξύσει το πόδι του, μέτρησε μέχρι το είκοσι, για να ξε­χάσει τη φαγούρα.
Μετά από πάρα πολλή ώρα, ο Τόμας καθάρισε το λαιμό του και ψιθύρισε: «Κύριε Τούμυ, να κάνω μία ερώτηση;»
Ο ξυλογλύπτης αγριοκοίταζε τον Τόμας, μετά σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Ο Τόμας αποφάσισε ότι αυτό σήμαινε «ναι» και συνέχισε: «Αυτό που σκαλίζετε είναι το πρόβατό μου;»
Ο ξυλογλύπτης κούνησε το κεφάλι του λέγοντας κάτι μέσ’ απ’ τα δόντια του.
Μετά από μια άλλη μεγάλη αναμονή, ο Τόμας ψιθύρισε: «Κύριε Τούμυ, με συγχωρείτε, μα σκαλίζετε το πρόβατό μου λάθος».
Οι βελόνες της χήρας Μακντάουελ σταμάτησαν να χτυ­πούν. Το εργαλείο του Τζόναθαν Τούμυ σταμάτησε να σκαλί­ζει. Ο Τόμας συνέχισε: «Είναι ένα πανέμορφο πρόβατο, ωραίο και κατσαρό, αλλά το πρόβατό μου έδειχνε χαρούμενο».
«Αυτά είναι ανοησίες» είπε ο κύριος Τούμυ. «Τα πρόβατα είναι πρόβατα. Δεν μπορεί να δείχνουν χαρούμενα».
«Τα δικά μου έδειχναν» απάντησε ο Τόμας. «Ήξεραν ότι είναι με το μικρό Χριστό, γι’ αυτό ήταν χαρούμενα».
Μετά απ’ αυτό, ο Τόμας ήταν ήσυχος για το υπόλοιπο από­γευμα. Οταν οι καμπάνες χτύπησαν έξι η ώρα, ο κύριος Τού­μυ γκρίνιαξε μέσ’ απ’ τα δόντια του για τον ενοχλητικό θόρυβο. Η χήρα Μακντάουελ είπε ότι ήταν ώρα να φύγουν. Ο Τόμας φτερνίστηκε τρεις φορές. Ύστερα ευχαρίστησε τον ξυλογλύπτη, που του επέτρεψε να παρακολουθήσει κι έφυγαν.
Εκείνο το βράδυ, αφού έφαγε ψωμί και βραστές πατάτες, ο ξυλογλύπτης κάθισε στον πάγκο του.
Σήκωσε το κοπίδι του. Σήκωσε το πρόβατο.

Λίγες μέρες αργότερα κάποιος χτύπησε την πόρτα του ξυλογλύπτη. Γκρινιάζοντας και μουρμουρίζοντας, πήγε ν’ ανοίξει. Έξω έστεκαν η χήρα κι ο γιος της.
«Μπορώ να σας παρακολουθήσω ξανά; Θα είμαι ήσυ­χος» είπε ο Τόμας.
Τακτοποιήθηκε στο σκαμνί ήσυχα ήσυχα, καθώς η μη­τέρα του ακούμπησε ένα καλάθι με ευωδιαστά σταφιδό­ψωμα στο τραπέζι.
«Εχει ζεστό τσάι στο τσαγερό» είπε ο κύριος Τούμυ απότομα με το κεφάλι σκυμμένο πάνω απ’ τη δουλειά του.
Καθώς ο κύριος Τούμυ σκάλιζε, η χήρα Μακντάουελ σέρβιρε το τσάι. Αγγιξε απαλά τον ξυλογλύπτη στον ώμο και άφησε ένα φλυτζάνι τσάι κι ένα σταφιδόψωμο δίπλα του. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν τα είδε, αλλά σύντομα και το πιάτο και το φλιτζάνι ήταν άδεια.
Ο Τόμας προσπάθησε να φάει το σταφιδόψωμο που του ’χε δώσει η μητέρα του όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο ένας επτάχρονος να φάει ένα ζεστό, ζαχαρένιο σταφιδόψωμο, χωρίς να βγάλει διάφορους ήχους ικανοποίησης, μασουλώντας και γλύφοντας τα χείλη του.
Οταν ο Τόμας είχε τελειώσει, προσπάθησε να καθίσει ήσυχος. Για μια στιγμή, του ’ρθε λόξυγγας, αλλά πήρε μια βαθιά αναπνοή και την κράτησε μέχρι που κοκκίνισε. Κάποια άλλη στιγμή, ξεχάστηκε κι άρχισε να κουνάει τα πό­δια του πέρα-δώθε. Σταμάτησε όμως, όταν τον αγριοκοί­ταξε ο ξυλογλύπτης και τα κράτησε τόσο ακίνητα που μούδιασαν.

Μετά από πάρα πολλή ώρα, ο Τόμας ψιθύρισε: «Κύριε Τούμυ, με συγχωρείτε, μπορώ να κάνω μία ερώτηση;»
Ακούγοντας το μουρμουρητό του ξυλόγλυπτη συνέχι­σε:
«Την αγελάδα μου σκαλίζετε;»
Ο ξυλόγλυπτης έγνεψε και ξαναμουρμούρισε…
Πέρασε πάλι αρκετή ώρα. Τότε ο Τόμας καθάρισε το λαιμό του και είπε: «Κύριε Τούμυ, με συγχωρείτε, μα πρέ­πει να σας πω κάτι. Αυτή είναι μια πανέμορφη αγελάδα, η πιο όμορφη που έχω δει, αλλά δεν τη φτιάχνετε σω­στά. Η δική μου αγελάδα ήταν περήφανη».
«Αυτά είναι ανοησίες» είπε θυμωμένα ο ξυλογλύπτης. «Οι αγελάδες είναι αγελάδες. Δεν μπορεί να δείχνουν πε­ρήφανες».
«Η δική μου ήταν. Ήξερε ότι ο Χριστός είχε διαλέξει να γεννηθεί στο στάβλο της κι αυτό την έκανε περήφανη».
Ο Τόμας ήταν ήσυχος για το υπόλοιπο απόγευμα. Ακουγόταν μόνο το σκάλισμα από το κοπίδι του ξυλογλύπτη, το σιγοτραγούδισμα της χήρας Μακντάουελ και το κλικ-κλικ από τις Βελόνες της.
Οταν οι καμπάνες σήμαναν έξι η ώρα, ο κύριος Τούμυ κάτι ψέλλισε για το θόρυβο. Η χήρα Μακντάουελ είπε πως ήταν ώρα να φύγουν. Ο Τόμας τίναξε πρώτα το ένα πόδι, μετά το άλλο. Ευχαρίστησε τον ξυλογλύπτη, που του επέτρεψε να τον παρακολουθήσει να δουλεύει κι έφυγαν.
Εκείνο το βράδυ, αφού δείπνησε με βραστές πατάτες και σταφιδόψωμα, ο ξυλογλύπτης κάθισε στον πάγκο του. Σήκωσε το κοπίδι του. Σήκωσε την αγελάδα. Δούλε­ψε μέχρι που βάρυναν τα βλέφαρά του κι έκλεισαν.

Λίγες μέρες αργότερα, κάποιος χτύπησε την πόρτα του ξυλόγλυπτη. Έστρωσε τα μαλλιά του καθώς πήγε ν’ ανοί­ξει την πόρτα. Στην πόρτα έστεκαν η χήρα κι ο γιος της.

«Μπορώ να παρακολουθήσω ξανά;» ρώτησε ο Τόμας.

Καθώς η κυρία Μακντάουελ ζέσταινε το τσάι κι άφηνε ένα πιάτο με ζεστά μπισκότα μελιού στον πάγκο, ο Τόμας παρακολουθούσε τον ξυλογλύπτη, να δουλεύει τη φιγούρα ενός αγγέλου.
Μετά από αρκετή ώρα, ο Τόμας μίλησε. «Κύριε Τούμυ, με συγχωρείτε, αυτός που σκαλίζετε είναι ο άγγελός μου;»
«Ναι. Και κάνε μου τη χάρη να μου πεις ακριβώς τι κάνω λάθος;»
«Λοιπόν, ο άγγελός μου έδειχνε σαν ένας από τους πιο σπουδαίους αγγέλους του Θεού, επειδή είχε σταλεί στο Μι­κρό Χριστό».
«Και πώς ακριβώς κάνεις έναν άγγελο να φαίνεται σπουδαίος;» ρώτησε ο ξυλογλύπτης.
«Εσείς θα τα καταφέρετε» είπε ο Τόμας. «Είστε ο καλύτε­ρος ξυλογλύπτης στην κοιλάδα».
Μετά από αρκετή ώρα πάλι, ο Τόμας μίλησε.
«Κύριε Τούμυ, με συγχωρείτε, μπορώ να κάνω μία ερώτηση;»
«Δε σταματάς ποτέ να μιλάς εσύ;» ρώτησε ο ξυλογλύπτης.
«Ποτέ, λέει η μητέρα μου. Λέει μάλιστα ότι θα μπορούσα να μάθω την αρετή της σιωπής από σας».
Κάτω από τα γένια του, το πρόσωπο του ξυλογλύπτη ρο­δοκοκκίνισε. Φαινόταν ευχαριστημένος! Η χήρα Μακντά­ουελ κοκκίνισε τόσο, που έγινε σαν το κασκώλ που έπλεκε.
«Λέγε λοιπόν, τι θες να με ρωτήσεις;»
«Μπορείτε να μου μάθετε να σκαλίζω;»
«Έχω πολλή δουλειά» γκρίνιαξε ο ξυλογλύπτης. Αλλά άφησε κάτω τον σπουδαίο άγγελο, που έφτιαχνε. «Θα σκαλίσεις ένα πουλί».
«Ελπίζω να ’ναι κοκκινολαίμης» είπε ο Τόμας. «Μου αρέσουν οι κοκκινολαίμηδες».

Μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο, ο ξυλόγλυπτης σχεδίασε έναν κοκκινολαίμη σ’ ένα καφέ χαρτί. Εδωσε στον Τόμας ένα μικρό κομμάτι πεύκου κι ένα μαχαίρι. Του έδειξε πώς να κόβει τις γωνίες από το ξύλο και σιγά-σιγά να σμιλεύει τις άκρες του ξύλου σε καμπύλες.
Ο Τόμας με το κεφάλι σκυμμένο προσπαθώντας να συγκεντρωθεί, με τη γλώσσα του στο κάτω χείλι να πηγαί­νει απ’ άκρη σ’ άκρη, μιμήθηκε τις κινήσεις του ξυλογλύπτη.
Οταν οι καμπάνες της εκκλησίας σήμαναν έξι η ώρα, ο Τζόναθαν Τούμυ κρατούσε το χέρι του Τόμας, οδηγώντας το μαχαίρι στο καμπύλωμα μιας φτερούγας. Δεν άκουσε τις καμπάνες να χτυπούν. Η χήρα Μακντάουελ είπε ότι ήταν ώρα να φύγουν. Ο Τόμας σκούπισε τα πριονίδια από το πουκάμισό του. Μετά άπλωσε το χέρι του και έβγαλε δύο ιδιαίτερα μεγάλα κομμάτια από τη γενειάδα του Τζόναθαν Τούμυ. Ευχαρίστησε τον ξυλογλύπτη, που του έμαθε πώς να σκαλίζει το ξύλο κι έφυγαν.
Αργότερα, μετά από ένα γεύμα με βραστές πατάτες και μπισκότα μελιού, ο Τζόναθαν Τούμυ πήγε στον πάγκο του. Κάθισε και σκέφτηκε για πολλή ώρα. Ζωγράφισε το ένα σκίτσο μετά το άλλο. Τελικά, σήκωσε το κοπίδι του. Σήκωσε τον άγγελο. Δούλεψε μέχρι που βάρυναν τα βλέ­φαρά του κι έκλεισαν.

Λίγες μέρες αργότερα, κάποιος χτύπησε την πόρτα του ξυλογλύπτη. Ο κύριος Τούμυ πετάχτηκε όρθιος να πάει να την ανοίγει.
Έξω έστεκε η χήρα Μακντάουελ μ’ ένα μπουκέτο από κλαδιά πεύκου και κλωνάρια σπαρμένα με καρπό. Εκεί έστεκε κι ο Τόμας, κρατώντας το μισοσκαλισμένο κοκκινολαίμη του.
Καθώς ο Τόμας κι ο κύριος Τούμυ σκάλιζαν, η κυρία Μακντάουελ έβαλε τα κλαδιά σ’ ένα βάζο με νερό. Καθάρισε καλά το τραπέζι της κουζίνας του κυρίου Τούμυ και έβαλε το βάζο στο κέντρο, πάνω σ’ ένα όμορφο ύφασμα κεντημένο με κρίνους και μαργαρίτες, που βρήκε σ’ ένα συρτάρι κάτω απ’ το ντουλάπι.
«Στη συνέχεια, θα σκαλίσω τους Τρεις Μάγους και τον Ιωσήφ» είπε ο ξυλογλύπτης στον Τόμας. «Ίσως, πριν αρ­χίσω, θα ’θελες να μου επισημάνεις όλα τα λάθη που πρό­κειται να κάνω».
«Λοιπόν» είπε ο Τόμας, «οι Μάγοι μου φορούσαν τα πιο όμορφα ρούχα, γιατί πήγαιναν να δουν το Χριστό, κι ο Ιωσήφ έσκυβε πάνω από το Μικρό Χριστό σαν να τον προστάτευε. Έδειχνε πολύ σοβαρός».
Μόνο αφού σήμαναν οι καμπάνες και η χήρα κι ο γιος της ετοιμάζονταν να φύγουν, πρόσεξε ο κύριος Τούμυ το βάζο με τα κλαδιά και το καλοστρωμένο τραπέζι με το κέ­ντημα με τους κρίνους και τις μαργαρίτες.
«Βρήκα το ύφασμα σ’ ένα συρτάρι. Είπα ότι θα ’δείχνε όμορφο πάνω στο τραπέζι» είπε η χήρα Μακντάουελ χα­μογελώντας.
«Δεν πρέπει ποτέ ν’ ανοίγετε αυτό το συρτάρι» είπε ο ξυλογλύπτης σκληρά.
Οταν οι δύο επισκέπτες είχαν φύγει, ο Τζόναθαν έβα­λε το κέντημα στη θέση του.
Εκείνο το βράδυ, αφού έφα­γε βραστές πατάτες, ο ξυλογλύπτης δούλεψε τον Ιωσήφ και τους Τρεις Μάγους, μέ­χρι που βάρυναν τα βλέ­φαρά του κι έκλεισαν.

Λίγες μέρες αργότερα κάποιος χτύπησε την πόρτα του ξυλόγλυπτη. Σκούπισε κάτι ψίχουλα από τα γένια του και τίναξε τα πριονίδια από το πουκάμισό του. Στην πόρτα έστεκαν η χήρα Μακντάουελ κι ο Τόμας.
Ολο το απόγευμα ο Τόμας παρακολουθούσε τον ξυλογλύπτη που δούλευε. Οταν ήρθε η ώρα να φύγουν, ο Τζόναθαν είπε στον Τόμας: «Είμαι έτοιμος να ξεκινήσω τις τελευταίες δύο φιγούρες – την Παναγία και το Βρέφος. Μπορείς να μου πεις πώς ήταν οι φιγούρες σου;»
«Αυτές ήταν οι πιο ξεχωριστές απ’ όλες» είπε ο Τόμας. «Ο Χριστός χαμογελούσε και άπλωνε τα χέρια του προς τη μητέρα του και η Παναγία φαινόταν να τον αγαπάει πάρα πολύ».
«Σ’ ευχαριστώ, Τόμας» είπε ο ξυλογλύπτης.
«Αύριο είναι Χριστούγεννα. Υπάρχει καμιά περίπτωση να ’ναι έτοιμες οι φιγούρες;» ρώτησε η χήρα Μακντάουελ.
«Θα είναι έτοιμες, όταν θα είναι έτοιμες».
«Μάλιστα» είπε η χήρα και έδωσε στον Τζόναθαν δύο πακέτα. «Καλά Χριστούγεννα» είπε.
Ο Τζόναθαν σταύρωσε τα χέρια του μπροστά στο στή­θος του. «Δε θέλω δώρα» είπε απότομα.
«Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο τα προσφέρουμε» απάντη­σε η χήρα. Τ’ ακούμπησε στο τραπέζι κι έφυγε.
Ο Τζόναθαν κάθισε στο τραπέζι. Με αργές κινήσεις, άνοιξε το πρώτο πακέτο. Μέσα υπήρχε ένα κόκκινο, ζε­στό, χαρούμενο κασκώλ, πλεγμένο στο χέρι. Έδεσε το κασκώλ γύρω απ’ το λαιμό του.
Στο άλλο πακέτο υπήρχε ένας κοκκινολαίμης, αδέξια σκαλισμένος σε ξύλο πεύκου. Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του Τζόναθαν καθώς ψηλάφισε με τα δάχτυλά του τα ασύμμετρα φτερά. Ξεσκόνισε το ράφι του τζακιού με το μανίκι του και τοποθέτησε τον κοκκινολαίμη ακριβώς στη μέση, για να τον κοιτάει από κει που καθόταν.

Ο ξυλόγλυπτης, αντί να φάει βραδινό εκείνη τη μέρα, ξεκίνησε να σχεδιάσει τις τελευταίες φιγούρες, την Πα­ναγία και το Χριστό. Ζωγράφισε την Παναγία, μετά τσα­λάκωσε το σκίτσο σαν μια μπάλα και το πέταξε στο πά­τωμα. Ζωγράφισε το βρέφος, τσαλάκωσε το σκίτσο σαν μια μπάλα και το πέταξε δίπλα στο πρώτο. Σχεδίασε ξανά. Και πάλι τσαλάκωσε το χαρτί. Σύντομα σχηματίστηκε ένα μικρό βουνό από τσαλακωμένα χαρτιά στα πόδια του. Σήκωσε ένα κομμάτι ξύλο και προσπάθησε να το σκαλί­σει, μα το κοπίδι του δεν έκανε αυτό που ήθελε εκείνος να κάνει. Σβούριξε το κομμάτι του ξύλου στη φωτιά και κάθισε, χαζεύοντας τις φλόγες.

Οταν τα μεσάνυχτα άκουσε τις καμπάνες της εκκλησίας να σημαίνουν την έναρξη της Χριστουγεννιάτικης λει­τουργίας, σηκώθηκε. Με αργές κινήσεις άνοιξε το συρτά­ρι κάτω από το ντουλάπι, το συρτάρι που ’χε πει στη xnρα να μην ανοίγει ποτέ.
Έβγαλε από κει το κέντημα με τους κρίνους και τις μαρ­γαρίτες. Έβγαλε ένα πρόχειρο και χοντροκομμένο μάλλι­νο σάλι κι ένα δαντελωτό μαντίλι. Έβγαλε μια πολύ μι­κρή, λευκή μωρουδιακή κουβέρτα κι ένα μικρό ζευγάρι μπλε κάλτσες. Τοποθέτησε απαλά και με τρυφερότητα όλο τα πράγματα στο πάτωμα. Από το βάθος του συρταριού έβγαλε μία κορνίζα, θαυμάσια σκαλισμένη σε σκούρο καφέ ξύλο καστανιάς.
Η κορνίζα περιείχε το σκίτσο μιας γυναίκας καθισμενης σε μια κουνιστή πολυθρόνα, που κρατούσε ένα μωρο. Τα χέρια του μωρού ήταν απλωμένα προς το πρόσωπο της γυναίκας και το άγγιζαν. Η γυναίκα γερμένη κοιτού­σε το μωρό και χαμογελούσε. Ο Τζόναθαν κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα κρατώντας το σκίτσο πάνω στα στήθια του. Λικνίστηκε ελαφρά, τα μάτια του κλειστά. Δυο δάκρυα κύλησαν μέχρι τα γένια του.
Οταν τελικά πήγε με την εικόνα στον πάγκο του κι άρ­χισε να σκαλίζει, τα δάχτυλά του δούλευαν σταθερά και με σιγουριά. Σκάλισε ολόκληρη τη νύχτα.

Την επόμενη μέρα, κάποιος χτύπησε την πόρτα της χή­ρας Μακντάουελ.
Οταν την άνοιξε, έξω έστεκε ο ξυλόγλυπτης, μ’ ένα κόκκινο κασκώλ τυλιγμένο στο λαιμό του, κρατώντας ένα ξύλινο κουτί παραγεμισμένο με άχυρο.
«Κύριε Τούμυ!» είπε η χήρα. «Τι έκπληξη! Καλά Χρι­στούγεννα!»
«Οι φιγούρες είναι έτοιμες» είπε, καθώς πέρναγε μέσα.
Ο Τζόναθαν έβγαλε από το κουτί δύο πρόβατα με κατσαρό μαλλί, χαρούμενα πρόβατα επειδή ήταν με το Χρι­στό. Έβγαλε μια περήφανη αγελάδα κι έναν άγγελο, έναν πολύ σπουδαίο άγγελο με μεγαλόπρεπα φτερά, που απλώνονταν από τους ώμους του μέχρι το στρίφωμα του χιτώνα του. Έβγαλε τρεις Σοφούς Μάγους ντυμένους με τα πιο εξαίσια άμφια, που έπεφταν πλούσια, φινιρισμένα με γούνα.
Έβγαλε ένα σοβαρό και στοργικό Ιωσήφ. Έβγαλε την Παναγία, φορώντας ένα πρόχειρο μάλλινο σάλι, σκυμ­μένη με αφοσίωση πάνω από τον αγαπημένο μικρό γιο της. Ο Χριστός χαμογελούσε κι άπλωνε τα χέρια του ν’ αγγίξει το πρόσωπο της μητέρας του.

Εκείνη την ημέρα, ο Τζόναθαν πήγε στη Χριστουγεν­νιάτικη λειτουργία με τη χήρα Μακντάουελ και τον Τόμας. Κι εκείνη την ημέρα στο προαύλιο της εκκλησίας τα παιδιά του χωριού είδαν τον Τζόναθαν να τινάζει το κε­φάλι του ψηλά και να γελά. Έτσι πρόσεξαν και τα γαλά­ζια μάτια του, που είχαν το χρώμα του Αυγουστιάτικου ουρανού. Από τότε κανείς πια δεν τον ξαναφώναξε κυρ. Κατσούψη…

S. Wojciechowski » The Christmas Miracle Of Jonathan Toomey»

Εικονογράφηση P.J.Lynch

Μετάφραση Άννα Φραντσέσκα Γεωργακοπούλου

Μοιραστείτε το:

Comments