Χωρίς τίτλο/…/ Πάνω σ` αυτή τή βάση, η φιλία τους θα έπρεπε να είχε λάβει μορφή γάμου. Μα τό πρόβλημα ήταν ότι η ίδια η φύση τής φιλίας τους απέκλειε τόν γάμο ανάμεσά τους. Εν ολίγοις, οι απόψεις του, οι φόβοι του, η έμμονη ιδέα του, δεν αποτελούσαν προνόμιο τό οποίο θα πρότεινε σε μια γυναίκα να μοιραστούν · και αυτή ακριβώς η συνέπεια αποτελούσε τό μαρτύριό του. Καθώς οι μήνες και τά χρόνια ακολουθούσαν τήν ελικοειδή πορεία τους, τό πεπρωμένο του παραμόνευε, όπως ένα θηρίο στη ζούγκλα. Λίγο ενδιέφερε αν τό θηρίο που καιροφυλακτούσε επρόκειτο να τόν σκοτώσει ή να σκοτωθεί. Ήταν σαφές πως τό αγρίμι, αναπόφευκτα, θα χυμούσε · εξίσου σαφές ήταν τό δίδαγμα πως ένας άντρας με λεπτά αισθήματα αποφεύγει να συνοδεύεται από μια γυναίκα στο κυνήγι τής τίγρης. Αυτή τήν εικόνα έφερνε εντέλει στο μυαλό του, όταν αναλογιζόταν τήν κατάστασή του.
Παρ` όλ` αυτά, στην αρχή, όποτε βρίσκονταν οι δυο τους, δεν έκαναν κανέναν υπαινιγμό για τό ζήτημα · με τόν διακριτικό του τρόπο, ο Μάρτσερ έδειχνε πως δεν είχε τέτοια απαίτηση, πως, ουσιαστικά, δεν επιθυμούσε να τό συζητούν ακατάπαυστα. Μα ένα τέτοιο χαρακτηριστικό είναι σαν τήν κυφότητα τής ράχης τού καμπούρη. Υφίστατο κάθε λεπτό τής ημέρας, ανεξαρτήτως τού αν τό κουβέντιαζαν, πράγμα που έκανε τή διαφορά. Μιλούσε, φυσικά, ως καμπούρης, αφού είχε μονίμως, αν μη τί άλλο, όψη καμπούρη. Ήταν κάτι που δεν άλλαζε για κείνη που τόν παρατηρούσε · όμως, κατά κανόνα, οι άνθρωποι παρακολουθούν καλύτερα σωπαίνοντας, με αποτέλεσμα η σιωπή να παίζει πρωταρχικό ρόλο στην αναμονή τους. Συγχρόνως, ωστόσο, εκείνος δεν ήθελε να τής παρουσιάζεται αλύγιστος / … / Διατελώντας, αναμφίβολα, υπό τό κράτος μιας τέτοιας θεώρησης, έγραψε ένα χαριτωμένο γράμμα στη δεσποινίδα Μπάρτραμ, λέγοντας πως τό σπουδαίο γεγονός που τόσο καιρό περίμενε / … / ίσως δεν ήταν άλλο από / … / τήν εγκατάστασή της σε ιδιόκτητο οίκημα στο Λονδίνο.

/…/ Θα απογοητευόταν βαθιά, αν η ιστορία του αποδεικνυόταν μια κοινοτοπία. » Μήπως τό λέτε για να μην αποδειχθώ ακόμα πιο αφόρητα ηλίθιος ; Μήπως έτρεφα φρούδες ελπίδες, μήπως ζούσα βλακωδώς μέσα στην αυταπάτη ; Μήπως περίμενα τόσον καιρό για να δω να μού κλείνουν τήν πόρτα κατάμουτρα ; »
Εκείνη κούνησε ξανά τό κεφάλι. » Σε καμία περίπτωση αυτό δεν είναι αλήθεια. Όποια κι αν είναι η πραγματικότητα που σάς περιμένει, είναι πραγματικότητα. Η πόρτα δεν είναι κλειστή. Η πόρτα είναι ανοιχτή «, δήλωσε η Μαίη Μπάρτραμ.
» Επομένως κάτι θα συμβεί ; »
Η γυναίκα δίστασε για μια ακόμα φορά να απαντήσει, εξακολουθώντας να τόν κοιτάζει με τό ψυχρό και γλυκό βλέμμα της. » Ποτέ δεν είναι αργά «. / … / ο Μάρτσερ κατάλαβε πως είχε κάτι περισσότερο να τού προσφέρει · τό είδε στο κουρασμένο πρόσωπό της που άστραφτε – η έκφρασή της είχε κάτι από τή λευκή λάμψη τού ασημιού.

/…/ «Θέλετε να πείτε πως πραγματοποιήθηκε με τρόπο βέβαιο και συγκεκριμένο, πως μπορείτε να τού δώσετε ένα όνομα, να προσδιορίσετε μια ημερομηνία ; »
» Βέβαιο και συγκεκριμένο. Δεν ξέρω αν μπορεί να κατονομαστεί, αλλά ημερομηνία σαφώς έχει ! »
Ένιωσε ξανά πελαγωμένος. » Δηλαδή, εμφανίστηκε ενόσω εγώ ήμουν μακριά νυχτωμένος – ήρθε και μέ προσπέρασε ; » / … /
» Ω, όχι, δεν σάς προσπέρασε διόλου ! »
» Μα αν δεν τό αντιλήφθηκα και αν δεν μέ άγγιξε ; … »
» Ω, τό γεγονός ότι δεν τό αντιληφθήκατε » / … /
» Μήπως ήταν κάτι για τό οποίο δεν γινόταν να μιλήσουμε ; »
» Ξέρετε «, είπε η γυναίκα / … / » όσο ήμαστε σ` εκείνη τήν πλευρά, πράγματι δεν γινόταν. Γιατί, περάσαμε, ξέρετε, στην άλλη «.
» Εμένα όλες οι πλευρές μού φαίνονται ίδιες «, αντέτεινε ο δύστυχος Μάρτσερ.

/…/ Βρέθηκε να αναρωτιέται όντως για ένα σωρό πράγματα / … / κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με δημόσια γνωστοποίηση τών προκαταλήψεών του σχετικά με τό Θηρίο. Γι` αυτό σώπαινε και τώρα – τώρα που η Ζούγκλα έμεινε έρημη και τό Θηρίο έγινε άφαντο. Η ιστορία φάνταζε υπερβολικά βλακώδης και ανούσια · / … / έμοιαζε, ενδεχομένως, με απότομη διακοπή, με απαγόρευση τής μουσικής σε ένα μέρος όπου τό αυτί έχει συνηθίσει να προσέχει τούς ήχους της. / … / Στην πραγματικότητα, ο δύστυχος ο Μάρτσερ έσερνε τά βήματά του στην τσαλαπατημένη χαμηλή βλάστηση, όπου δεν υπήρχαν ίχνη ζωής, όπου τίποτα δεν ανάσαινε, όπου κανένα αγρίμι δεν παραμόνευε / … / σαν να αναζητούσε στα τυφλά τό Θηρίο, / … / Περιπλανιόταν / … / σταματώντας απότομα σε διάφορα σημεία όπου τά χόρτα πύκνωναν, αναρωτιόταν κρυφά, με καημό, με πίκρα, μήπως τό Θηρίο καραδοκούσε κάπου εκεί γύρω. Αν ήταν εκεί, θα χυμούσε οπωσδήποτε · / … / Συνέκρινε τό χαμένο υλικό τής συνείδησής του με ό,τι είναι τό παιδί που χάθηκε / … / για τόν απαρηγόρητο πατέρα · τό έψαχνε παντού, όπως θα έκανε αν χτυπούσε πόρτες και ρωτούσε τήν αστυνομία.

/…/ Τό Θηρίο πράγματι παραμόνευε και πράγματι χύμηξε, όταν ήρθε η ώρα · / … / είδε τή Ζούγκλα τής ύπαρξής του και είδε τό Θηρίο που καραδοκούσε ·

Henry James, The beast in the jungle (1903)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments