Άρχισε να νοσταλγεί όλες τις ευκαιρίες που έχασε, που κλότσησε, που απόφυγε, ακόμα κι εκείνες που ποτέ δεν της έτυχαν.
Εκείνος ο άντρας της έλεγε πως όλη τη ζωή του την έζησε σαν τυφλός, χωρίς καν να διαιστανθεί πως υπάρχει ομορφιά. Τον καταλάβαινε. Αφού κι αυτή το ίδιο ήταν, κι αυτή έζησε σαν τυφλή. Δεν έβλεπε τίποτ’ άλλο από ένα μόνο πρόσωπο φωτισμένο με το δυνατό προβολέα της ζήλιας. Τι θα γινόταν αν ξαφνικά αυτός ο προβολέας έπαυε να φωτίζει; Στο άπλετο φως της μέρας θα εμφανίζονταν χιλιάδες άλλα πρόσωπα και ο άντρας που της φαινόταν πρωτύτερα να είναι ο μοναδικός στον κόσμο, θα γινόταν ένας απ’ τους πολλούς.

Κρατούσε το τιμόνι, ένιωθε να ‘χει αυτοπεποίθηση και να ‘ναι όμορφη γυναίκα και στη συνέχεια σκέφτηκε: Είναι καθόλου αγάπη αυτό που την κρατάει κοντά στον Κλίμα ή μόνο φόβος μην τον χάσει; Κι αν αυτός ο φόβος ήταν στην αρχή μια αγχωτική φόρμα αγάπης, δεν εξατμίστηκε με τον καιρό —κουρασμένη κι εξαντλημένη— η αγάπη απ’ αυτή τη φόρμα; Δεν της έμεινε στο τέλος πια μόνο φόβος, σκέτος φόβος χωρίς αγάπη; Και τι θ’ απομείνει αν χάσει αυτό το φόβο;

Ο τρομπετίστας δίπλα της χαμογέλασε πάλι ακατανόητα. Στράφηκε και τον κοίταξε κι είπε από μέσα της, πως έτσι και σταματήσει να ζηλεύει, δε θα μείνει τίποτα. Έτρεχε μπροστά με μεγάλη ταχύτητα και σκέφτηκε, πως κάπου πέρα στο δρόμο της ζωής υπάρχει κάποια χαραγμένη γραμμή που θα σημαίνει χωρισμό με τον τρομπετίστα. Και για πρώτη φορά ύστερ’ από μια τέτοια σκέψη δεν ένιωσε ανησυχία ή φόβο.

Μίλαν Κούντερα, απόσπασμα από «Το Βαλς του Αποχαιρετισμού»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments