Τι είναι αυτό που ορίζει την ασχήμια; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ομορφιάς; Και πώς μπορεί ένα αισθητικό στερεότυπο να παγιδεύσει ένα παιδί και να το οδηγήσει στην τρέλα; Η ιστορία της Πέκολα, της μικρής μαύρης που λαχταρούσε τίποτε άλλο δυο γαλάζια μάτια, καταγράφει συγκλονιστικά την απέχθεια της μαύρης φυλής για το ίδιο της το χρώμα, το δέος της μπροστά στη λευκή ομορφιά, την αδυναμία να συμφιλιωθεί με τα χαρακτηριστικά της και να τα αγαπήσει. Αλυσοδεμένη μέσα στο ίδιο της το σώμα, η εντεκάχρονη Πέκολα προσεύχεται πυρετικά να αποκτήσει γαλάζια μάτια: γιατί μόνο έτσι οι άνθρωποι δε θα αποστρέφουν το βλέμμα στο πέρασμά της, μόνο έτσι ο κόσμος της θα αλλάξει οριστικά.

—————————————————————————————————————————————————-

[…Γαλάζια µάτια. Καινούργια, γαλάζια µάτια, είπε. Σα ν’ αγόραζε παπούτσια. «Θα ήθελα ένα ζευγάρι καινούργια γαλάζια µάτια». Πρέπει να Σου τα ζητούσε πολύ καιρό Κύριε και δεν της είχες απαντήσει. Γι’ αυτό κι εγώ έκανα εκείνο που Εσύ δεν έκανες, δεν θα µπορούσες, δεν θα ήθελες να κάνεις: κοίταξα αυτό το άσχηµο µαύρο κοριτσάκι και το αγάπησα. Έπαιξα το ρόλο Σου. Και ήταν µια πολύ καλή παράσταση! Εγώ, εγώ προκάλεσα ένα θαύµα. Της έδωσα τα µάτια. Της έδωσα τα γαλάζια, γαλάζια, δυο γαλάζια µάτια. Μπλε κοβαλτίου. Μια λωρίδα παρµένη απ’ ευθείας από το δικό Σου γαλάζιο ουρανό. Kανένας άλλος δεν θα δει τα γαλάζια της µάτια. Μόνο εκείνη. Και θα ζήσει ευτυχισµένη…
Σε παρακαλώ θεέ μου, ψιθύρισε μέσα στην παλάμη του χεριού της. Σε παρακαλώ κάνε να εξαφανιστώ. Εκλεισε σφιχτά τα βλέφαρά της. Μικρά κομματάκια απ`το σώμα της διαλύονταν. Τώρα αργά, τώρα απότομα. Ξανά αργά. Τα δάχτυλά της έφευγαν, ένα ένα, ύστερα τα μπράτσα της εξαφανίστηκαν ως τον ώμο. Τώρα τα πόδια της. Ωραία ήταν. Οι γάμπες ολόκληρες, αμέσως. Ήταν πιο δύσκολο με τα μπούτια. Έπρεπε να μείνει πραγματικά ακίνητη και να σπρώξει. Το στομάχι της αντιστεκόταν, αλλά τελικά έφυγε κι αυτό. Ύστερα το στήθος, ο λαιμός της και το πρόσωπό της ήταν δύσκολο. Έγινε, έγινε σχεδόν. Μόνο τα σφιχτοκλεισμένα μάτια της είχαν μείνει. Αυτά έμεναν πάντα. Όσο και να προσπαθούσε, ποτέ δεν μπορούσε να κάνει τα μάτια της να εξαφανιστούν. Τι κατάφερνε λοιπόν; Αυτά ήταν το παν. Όλα ήταν εκεί, μέσα τους. Όλες εκείνες οι εικόνες, όλα εκείνα τα πρόσωπα…]

Οι μεγάλοι στραβομουτσούνιαζαν και εκνευρίζονταν:
«Σκέτη καταστροφή είσαι. Δεν είχα ποτέ μου κούκλα και σ’ όλη μου τη ζωή έκλαιγα με μαύρο δάκρυ για ν’ αποκτήσω μία. Και εσένα σου χαρίσανε μια όμορφη κουκλίτσα και τη διέλυσες. Τί έχεις πάθει;»
Πόσο μεγάλος ήταν ο θυμός τους! Δάκρυα απειλούσαν να σβήσουν την υπεροψία της εξουσίας τους. Η συγκίνηση χρόνων ολόκληρων απραγματοποίητης επιθυμίας έκανε τη φωνή τους να κομπιάζει. Δεν ήξερα γιατί κατέστρεφα εκείνες τις κούκλες. Ξέρω όμως πως ποτέ κανείς δε με ρώτησε τί δώρο θέλω για να Χριστούγεννα. Αν οι μεγάλοι, που είχαν τη δύναμη να πραγματοποιούν τις επιθυμίες μου, μ’ έπαιρναν στα σοβαρά και με ρωτούσαν  τί ήθελα, θα μάθαιναν πως δεν ήθελα να έχω τίποτε, δεν ήθελα να κατέχω κανένα αντικείμενο. Αυτό που λαχταρούσα ήταν να αισθάνομαι κάτι τη μέρα των Χριστουγέννων. Η σωστή ερώτηση θα ήταν: » Αγαπημένη μας Κλώντια, τί εμπειρία θα ήθελες για τα Χριστούγεννα;» Θα είχα πει τότε, δυνατά και καθαρά: «θέλω να κάθομαι στο χαμηλό σκαμνί στην κουζίνα της γιαγιάς, με την ποδιά μου γεμάτη πασχαλιές και ν’ ακούω τον παπού να παίζει βιολί μόνο για μένα».
Το χαμηλό σκαμνάκι που ταίριαζε με το σώμα μου, η ασφάλεια και η θέρμη της κουζίνας της γιαγιάς, η μυρωδιά της πασχαλιάς, ο ήχος της μουσικής, και, επειδή θα ήταν ωραίο να συμμετέχουν όλες μου οι αισθήσεις, ίσως η γεύση ενός ροδάκινου, μετά….

Αντί γι’ αυτά, όμως, εγώ μύριζα και γευόμουν τη στιφάδα τενεκεδένιων πιάτων και φλιτζανιών που προορίζοντας για πληκτικά απογευματινά τσάγια. Αντί γι’ αυτά, κοίταζα με αποστροφή καινούργια φορέματα, που απαιτούσαν ένα μισητό μπάνιο σε μια γαλβανισμένη τσίγκινη σκάφη, πριν φορεθούν. Ύστερα οι άγριες πετσέτες που γρατζουνούσαν και η τρομερή, η ταπεινωτική απουσίας της βρώμας. Η ενοχλητική, αδιανόητη καθαριότητα. Πάνε τα σημάδια από μελάνι στα πόδια και το πρόσωπο, όλες οι δημιουργίες και τα κατορθώματα της μέρας, πάνε. Αντικαταστάθηκαν από ένα ανατριχιασμένο δέρμα γδαρμένης κότας….

Κατέστρεφα άσπρες κουκλίτσες…. Όμως ο αληθινός τρόμος δεν ήταν ο διαμελισμός τους. Το αληθινά τρομακτικό ήταν η μετατόπιση των ίδιων επιθυμιών πάνω στα μικρά, λευκά κορίτσια. Η αδιαφορία με την οποία θα μπορούσα να τα τσεκουρώσω δεν ήταν τίποτα μπροστά στην επιθυμία μου να το κάνω. Ν’ ανακαλύψω τί μου ξέφευγε. Το μυστικό της γοητείας που άπλωνε το δίχτυ της πάνω στους άλλους. Τί έκανε τους ανθρώπους να τα κοιτάζουν και να λένε «άου» σ’ αυτές και όχι σε μένα;


Toni Morrison
Τίτλος βιβλίου: Γαλάζια Ματια, Μετάφραση: Κατερινα Σχοινα.
Εκδοσεις Νεφελη
Βραβείο Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας [1997]

Μοιραστείτε το:

Comments