Δεν ήταν απ’ αυτά τα έντονα και αυθόρμητα συναισθήματα που χτυπάνε κατακέφαλα δυο ανθρώπους σαν ηλεκτρική εκκένωση όταν πρωτοσυναντιούνται, αλλά κάτι πιο ήρεμο και πιο γλυκό, σαν δυο μικρά φωτάκια που ταξιδεύουν συντονισμένα μέσα σ’ένα απέραντο σκοτάδι και στην πορεία αρχίζουν ανεπαίσθητα να πλησιάζουν το ένα το άλλο.

Προσπαθώ να πω κάτι, αλλά οι λέξεις που βρίσκω είναι όλες λάθος – λάθος ή και ακριβώς αντίθετες απ’ αυτές που θα ’θελα. Προσπαθώ να διορθώσω τα λόγια μου, αλλά τα κάνω χειρότερα….Λες και είμαι χωρισμένη στα δύο και παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου ή κυνηγητό κι ο μισός εαυτός μου κυνηγάει τον άλλον μισό γύρω απ’ αυτόν τον χοντρό ψηλό στύλο. Ο άλλος μισός μου εαυτός έχει τις σωστές λέξεις. Όμως ο εαυτός μου δεν μπορεί να τον πιάσει.

Εδώ λοιπόν, σ’ αυτό το σκοτάδι με την παράξενη σπουδαιότητά του, οι αναμνήσεις μου άρχισαν ν’ αποκτούν μια δύναμη που δεν είχαν ποτέ πριν. Οι αποσπασματικές εικόνες που αναβίωναν μέσα μου ήταν κατά μυστήριο τρόπο πολύ ζωηρές και λεπτομερείς, σε σημείο που να νομίζω ότι θα μπορούσα να τις αγγίξω με τα χέρια…

Χαλάρωσε κι αμέσως θα νοιώσεις καλύτερα. Αυτό μου λένε όλοι. Μα αν χαλαρώσω το κορμί μου τώρα, θα διαλυθώ. Θα γίνω χίλια κομμάτια. Έτσι ζούσα πάντα και μόνο έτσι μπορώ να συνεχίσω να ζω. Αν χαλάρωνα έστω και για ένα δευτερόλεπτο δε θα ξανάβρισκα το δρόμο για να γυρίσω πίσω.

Ένιωθα σαν να είχα γίνει μέρος ενός κακογραμμένου μυθιστορήματος, σαν κάποιος να με έψεγε για το ότι ήμουν εντελώς εξωπραγματικός.
Και μπορεί να είχε και δίκιο.

Haruki Murakami, The Wind-Up Bird Chronicle (το κουρδιστό πουλί), 1995 / Norwegian Wood (νορβηγικό δάσος), 2000

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments