«Πώς αισθάνεσαι σήμερα Τζοκόντα μου; Είσαι καλύτερα;»
«Καλύτερα… Νομίζω…»
Τα χείλη της απάντησαν με σφιγμένο χαμόγελο, δίνοντας μία
στάλα ζωντάνιας στα καστανά της μάτια. Και η χλομάδα στο
πρόσωπο απέκτησε αχνές πινελιές από ροζ. Όσο δύσκολες κι αν είχαν
γίνει πια οι μέρες και οι νύχτες της, δεν μπορούσε να μη χαμογελά
όταν την έλεγε Τζοκόντα. Εκείνος το ήξερε και το έκανε συχνά.
Ο Λεονάρντο (ασήμαντο το αληθινό του όνομα) άδειασε το
αρωματικό τσάι στην πήλινη φλιτζάνα φυσώντας απαλά τους ατμούς
προς το μέρος της για να στείλει το ευεργετικό άρωμα στη φινετσάτη
μύτη της.

Κι εκεί απάνω θυμήθηκε την ημέρα που την πρωτοείδε.
Εκείνο το μεσημέρι κάτω απ’ την Ακρόπολη, άσημος τότε
πλανόδιος ζωγράφος, σάστισε, και το πινέλο, βουτηγμένο στο χρώμα,
του έπεσε από το χέρι πάνω στην ποδιά. Σαν καλλιτέχνης είχε μάτια
ευαίσθητα στην ομορφιά κι εκείνη ήταν πραγματική οπτασία κάτω
από τον ήλιο, με τα μακριά μαλλιά, τα καστανά μάτια, τη
λεπτοκαμωμένη μύτη και το κόκκινο φόρεμα με τις μαργαρίτες.
Όταν ξαναβρήκε τη λογική και τις αισθήσεις του, τινάχτηκε όρθιος κι
άρχισε να τρέχει πίσω της σαν υπνωτισμένος, να την προλάβει.
Τραυλίζοντας, την παρακάλεσε να δεχτεί να της κάνει το πορτραίτο.
Εκείνη βιαζόταν, μα του έδωσε υπόσχεση πως το άλλο πρωί θα τον
περίμενε στο σιντριβάνι.
Εκείνη η νύχτα ήταν η πιο ατέλειωτη της ζωής του. Ξύπνησε
χαράματα, φορτώθηκε άτσαλα το καβαλέτο, τα χρώματα και τα
πινέλα και, σχεδόν ξεχνώντας να κλείσει την πόρτα στο ημιυπόγειο,
έτρεξε στο σιντριβάνι. Ήταν αστείο το θέαμα του άνδρα με το
παράξενο καπέλο και το ρετρό μουστάκι. Κατηφόριζε αγχωμένος το
πλακόστρωτο με τα εργαλεία της δουλειάς να κουδουνίζουν και να
χτυπούν μέσα στο ξύλινο κουτί που είχε κρεμασμένο στον έναν ώμο.
Στον άλλον κρεμόταν ένα παλιό καβαλέτο με σπασμένο πόδι
τυλιγμένο με πανί για να στέκεται.
Αρκετή ώρα μετά, εμφανίστηκε η οπτασία κι εκείνος πάλι έχασε
τα λόγια και τα λογικά του. Πήρε νερό στη χούφτα από το σιντριβάνι
και το έριξε στο πρόσωπο να συνέλθει από την ταραχή, με τη
δικαιολογία πως η ζέστη ήταν αφόρητη. Δεν άντεχε να ξεκολλήσει τα
μάτια του από πάνω της.
Έκανε το πιο όμορφο πορτραίτο της ζωής του. Έβαλε την
τελευταία πινελιά στον πίνακα και μετά, κρυμμένος πίσω από το
τελάρο, βούτηξε το πινέλο στην κατακόκκινη μπογιά και ζωγράφισε
στο παλιό μπλουζάκι του μια καρδιά τρυπημένη, ακριβώς πάνω στη
θέση της δικής του καρδιάς. Κι έτσι της φανερώθηκε.
Ήταν η σειρά της να τα χάσει. Κοιτούσε χαμογελώντας, μια την
ομορφιά του πορτραίτου και μια την κόκκινη καρδιά πάνω στο
στήθος του. Σ’ εκείνο το σιντριβάνι, εκείνο το πρωινό, βάφτισαν τον
νεογέννητο έρωτά τους κι από τότε ήξεραν πως θα έμεναν μαζί για
πάντα. Ώσπου ο θάνατος να τους χωρίσει…

Ο θάνατος! Πόσες φορές είχαν γελάσει με τον νεανικό υπερφίαλο
τρόπο τους!
«Ο έρωτας είναι πάνω από τον θάνατο», σκέφτηκε η Τζοκόντα (τι
σημασία έχει το αληθινό της όνομα;).
Το χαμόγελό της ήταν εξίσου αινιγματικό. Ο δικός της Λεονάρντο
άξιζε όλα τα ερωτευμένα χαμόγελα της γης, της οποιασδήποτε γης.

Εκείνο το καλοκαίρι της πρώτης γνωριμίας τους, βρέθηκαν σ’ ένα
ερειπωμένο χωριό της Ηπείρου. Ήταν κάποια από τις πάμπολλες
εκδρομές που θα έκαναν βρίσκοντας αφορμή για το κοίταγμα του
κόσμου μέσα από δύο ζευγάρια μάτια που στην ουσία έβλεπαν με τον
ίδιο τρόπο.
«Εδώ θα έμενα για πάντα!» φώναξε ο Λεονάρντο σηκώνοντάς την
στην αγκαλιά του, την ώρα που ο ήλιος πότιζε τερακότα τα
ξεφλουδισμένα παράθυρα. «Να βουτάω το πινέλο μου στο χρώμα και …»
«Να ποτίζεις την καρδιά μου…» συμπλήρωσε εκείνη.
«Να χαράζω την αγάπη μου στις φλέβες σου, να σε αγγίζω και να
ακούω το φως να μου μιλάει…»
«Μέχρι πότε;»
«Για πάντα!»
«Τρελέ! Πόσο διαρκεί το πάντα;» η Τζοκόντα σούφρωσε τα χείλη κι
έκανε μια κοροϊδευτική γκριμάτσα που ήξερε πόσο ξεσήκωνε τις
αισθήσεις του.
«Διακόσια χρόνια!» απάντησε εκείνος κοιτάζοντας το νούμερο που
κάποιος είχε γράψει με άσπρη μπογιά σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα.
Δεν ήταν ούτε είκοσι αυτά που έζησαν μαζί. Κι ο χρόνος
λιγόστευε…
Πάλι ο θάνατος να χλευάζει αισθήσεις και αισθήματα. Να στέκεται
σαν αυστηρός δεσμοφύλακας πάνω από τα σώματά τους, μην και
τολμήσουν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον.
Απαγορεύεται να ποθήσουν, να ενωθούν, να χυθούν και να
χαθούν, να γίνουν ένα. Επιτρέπεται να αγγίζονται με τα βλέμματα,
να κάνουν έρωτα με τα λόγια, να ακούν τα αγκομαχητά τους στο
ελαφρύ θρόισμα της κουρτίνας, στον αναστεναγμό του χρωστήρα
πάνω στο σώμα του καμβά. Να λυτρωθούν πρόσκαιρα, υπομένοντας
άλλη μια μέρα, μια νύχτα ακόμη.
Ξαπλωμένη στον σοφά που ο Λεονάρντο της είχε τοποθετήσει
κάτω από το φαρδύ παράθυρο του ατελιέ, παρακολουθούσε μαγεμένη
καθώς οι κουκκίδες στον καμβά μετουσιώνονταν σε σχήματα. Το τσάι
πάγωνε στο φλιτζάνι δίπλα της. Πώς να ξεφύγει από τις τόσες
αναμνήσεις αλήθεια; Ένα βράδυ σαν κι αυτό ήταν που της είχε
ζητήσει να τη ζωγραφίσει ξανά. Εκείνη είχε δήθεν δυσανασχετήσει.
Πόσες φορές πια;
Επέμενε και ήταν τέτοιο το ύφος του, που δεν μπόρεσε να του
αρνηθεί τελικά. Της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της. Στη δική της
έκπληξη, της απάντησε να κάνει υπομονή. Πλησίασε το γυμνό σώμα
κι έμεινε μερικά λεπτά ακίνητος, παρατηρώντας το διεξοδικά. Κι
έπειτα άρχισε να την αγγίζει με το πινέλο, ψιθυρίζοντάς της τη δική
του ιστορία της Γένεσης και της Δημιουργίας.
«Ναι! Ένα βράδυ σαν το αποψινό ήταν!» σκέφτηκε η Τζοκόντα καθώς
το βλέμμα της που ψηνόταν από πυρετό, έψαξε μηχανικά το μισό
φεγγάρι στον ουρανό.
Ένας βαθύς αναστεναγμός ανέβηκε από τα χείλη της, ζητώντας
την αγαπημένη αγκαλιά να κουρνιάσει…

Δεν της χάρισε πλούσια ζωή, μα ούτε κι εκείνη τη ζήλεψε ποτέ. Το
ημιυπόγειο δωμάτιο ίσα που έγινε ένα σπιτικό με δροσερό κήπο που
την άνοιξη πνιγόταν σε χρώματα κι αρώματα. Της άρεσαν οι
μαργαρίτες της Τζοκόντας. Εκείνες στο κόκκινο φόρεμα που τον είχε
ξετρελάνει όταν την πρωτοείδε, τις είχε ράψει μόνη της.
Άνοιξη και καλοκαίρι, έστηνε συχνά το καβαλέτο του στον κήπο
κι αράδιαζε καμβάδες με τριαντάφυλλα και κρίνα, πουλιά σε
φυλλωσιές και κουρνιασμένες γάτες. Έπειτα τα πουλούσε με
δυσκολία και με δυσκολία ζούσαν. Μα δεν ήθελε πολλά η ευτυχία
τους…
Ένα μαράζι μόνο το ‘χαν. Που τόσοι πελαργοί πέρασαν πάνω από
το φτωχικό τους, μα κανείς δε σταμάτησε. Ο Λεονάρντο τής έλεγε πως
φούντωσαν οι πρασινάδες και τα λουλούδια κι έπνιξαν το σπίτι. Και
πώς να το δει ο πελαργός! Εκείνη γελούσε με την καρδιά της για το
χωρατό. Μα τα βράδια που ‘μενε ξάγρυπνη, έφερνε το χέρι στο
στήθος που δε χάρηκε να δώσει μια στάλα γάλα σε παιδικά χείλη. Κι
έσταζαν δάκρυα στα δικά της.
«Πιες καρδούλα μου μια γουλιά τσάι, θα σου κάνει καλό. Πιες και
κρύωσε! Ο γιατρός είπε να τρως και να πίνεις, να δυναμώσεις».
Ο πάντα ερωτευμένος ζωγράφος θυμήθηκε τα λόγια και το
βλέμμα του γιατρού. Σκοτείνιασαν τα μάτια. Λένε πως πάντα βρέχει
πολύ σ’ εκείνους που αξίζουν τον ήλιο. Ποτέ δεν κατάλαβε πού
ριζώνει η αδικία και γιατί βγάζει τέτοιους καρπούς. Δεν είχαν κάνει
κακό. Δεν είχαν βλάψει. Αγαπούσαν τη ζωή, μα η ζωή έπαψε να
αγαπά την Τζοκόντα του. Γιατί; Έτσι κι εκείνος, έπαψε να αγαπά τη
δική του ζωή. Έσφιγγε μόνο τα δόντια να ‘ναι δυνατός, για να της
κρατά το χέρι πάνω απ’ τον γκρεμό…
Κρύος φθινοπωρινός αέρας μπήκε από τη χαραμάδα, στο
μισάνοιχτο παράθυρο. Μα για να μην έχει τύψεις, πέρασε πρώτα μέσα
από το γιασεμί και πήρε τ’ άρωμά του. Οι μέρες στένευαν, μεγάλωναν
οι νύχτες. Η νύχτα απόψε μύριζε γιασεμί και θάνατο.
Σηκώθηκε και πήγε στο καβαλέτο με τα χρώματα. Έβαλε δυο
σταγόνες μαύρο στην παλέτα, πήρε το λεπτό πινέλο και πήγε στον
καθρέπτη. Βούτηξε την άκρη στο χρώμα και το ‘φερε στο πρόσωπό
του, γύρω απ’ το στόμα.
«Τι κάνεις πάλι τρελέ; Έλα να με πάρεις αγκαλιά και κρυώνω…»
«Μια στιγμή Τζοκόντα μου, μια στιγμή!»
Έφτιαξε ένα αστείο τσουλούφι στο μαλλί, και γύρισε απότομα
κάνοντας βαθιά υπόκλιση. Όταν σήκωσε το κεφάλι, φανερώθηκε ένα
τεράστιο, μακρύ, στριφτό μουστάκι, τόσο συμμετρικό και περίτεχνο
που ο Νταλί θα ντρεπόταν για το δικό του. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια
-ένας ανώδυνος τρόπος να κρύψει τα δικά του δάκρυα- έκανε μια
αστεία γκριμάτσα στο πρόσωπο, της πήρε το χέρι και το φίλησε.
«Δούλος σας Δεσποσύνη μου!» της ψιθύρισε και με τη θύμηση
εκείνης της ζωγραφισμένης πριν είκοσι χρόνια κόκκινης καρδιάς,
έκανε μια σιωπηλή ευχή και τάμα.
—-
Πάντα της χάριζε αβίαστα το γέλιο. Τα χείλη της συσπάστηκαν,
αλλά η προσπάθεια τής έφερε πόνο. Δεν άφησε τον μορφασμό να
φανεί. Ο έρωτάς τους ήταν πάντα δυνατός, αυτός της έδινε κουράγιο
και τώρα.
Το σώμα της ρίγησε. Ήταν ο πυρετός, το γιασεμί που τη λίγωνε,
τα χείλη του ζωγράφου της στα δάχτυλά της. Ξέχασε το δικό της
μαρτύριο και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
«Μαζί σου!» της απάντησαν τα δικά του.
Το ήξερε πως δε θα την άφηνε μόνη, ποτέ. Πως κάτι θα σκάρωνε
πάλι κι όλα θα ήταν εντάξει ξανά.
Ναι, ήταν ο ίδιος εκείνος παλαβός ερωτοχτυπημένος. Ήταν κι οι
δυο τους είκοσι χρονών, τότε ακριβώς που γνωρίστηκαν. Κι ήταν η
πρώτη φορά που έκαναν έρωτα σ’ εκείνο το άθλιο ημιυπόγειο, όπου η
μυρωδιά από τα λάδια και τα χρώματα είχε ποτίσει τα λίγα
τετραγωνικά.

Μύριζε αγιόκλημα όμως εκείνο το βράδυ. Ο Λεονάρντο της είχε
ρημάξει το αναρριχητικό της γειτόνισσας, φτιάχνοντας στεφάνια.
Πάνω στο κρεβάτι, βωμό της αγάπης τους, είχε ρίξει ένα σεντόνι που
έμοιαζε φερμένο από τη μακρινή Ανατολή. Ο έρωτάς του είχε
μετατρέψει το φθηνό ύφασμα σε μαγικό χαλί, όμοιο με τον
αγαπημένο και των δυο τους πίνακα του Κλιμτ, «Το φιλί».
Ζωγραφισμένο το χρυσάφι, χάριζε τη λάμψη του στα λουλούδια και
τα γεωμετρικά σχήματα που τύλιξαν τα κορμιά τους εντείνοντας τον
πόθο. Τα στέφανα από το αγιόκλημα ολοκλήρωσαν την ένωσή τους,
τα σώματα κάποια στιγμή απόκαμαν κι έμειναν ακίνητα κι
αγκαλιασμένα σφιχτά μετρώντας τους χτύπους της καρδιάς.
Είναι άδικο να πεθαίνει κανείς στα σαράντα του. Είναι δίκαιο να
πεθαίνει κανείς από έρωτα, με τον Έρωτα. Είναι δίκαιη και άδικη η
ζωή. Για τον πόνο και τη χαρά, για την αγωνία και τη γαλήνη. Για
τον έρωτα, χλευαστικό ελιξίριο στον Θάνατο…
Ήρθε να την πάρει, τον βλέπει, μπήκε κι αυτός από το παράθυρο,
κάθεται και τους κοιτά. Χαμογελά με κατανόηση και την
καθησυχάζει. Κι έπειτα, βουτάει το πινέλο στην κόκκινη μπογιά και
ζωγραφίζει στο στήθος τους από μία καρδιά. Κουβαλάει μαζί του το
ίδιο εκείνο σεντόνι. Η Τζοκόντα γέρνει το κεφάλι και μισανοίγει τα
χείλη, περιμένοντας το στόμα του Λεονάρντο, να μείνει εκεί η
τελευταία τους ανάσα.
Ο Θάνατος σκουπίζει τα δάκρυά του με την άκρη του σεντονιού
και σκεπάζει στοργικά τα ακίνητα σώματα. Αθόρυβα κάνει δυο
βήματα πίσω και κοιτάζει ξανά το ζευγάρι. Νίκησε ή ηττήθηκε από
τον Έρωτα; Δεν τα είχε σχεδιάσει ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ο
ζωγράφος δεν ήθελε να παζαρέψει. Του είπε πως θα ακολουθούσε τη
μούσα του παντού. Ο Θάνατος δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Σκέφτηκε πως το μόνο που έδωσε για αντάλλαγμα ήταν δύο
ζωγραφισμένες καρδιές. Τι παράξενο όμως! Θα ορκιζόταν πως τις
έβλεπε να πάλλονται και να χτυπάνε πιο ερωτευμένες από ποτέ,
κάτω από το χρυσοστόλιστο σεντόνι!

Ευρυδίκη Αμανατίδου,Γιάννης Γ. Λαμπράκης

Μοιραστείτε το:

Comments