Πώς λαχταρώ περήφανα και θαρρετά
ένα μεγάλο «ΟΧΙ» να φωνάξω
χωρίς να φοβηθώ το τέλος
του Κόσμου όπως τον ήξερα
χωρίς το πρόσωπό μου ν’ αποστρέψω
απ΄το κορμί του, που πια
-σάμπως δεν ήτανε καιρός;-
αποσυντίθεται,
χωρίς στιγμή να νοσταλγήσω τις χαρές
που μου ’δωσε στη νιότη του,
πάνω απ’ το γιγάντιο σκελετό του να περάσω
με μια μου δρασκελιά
να φτάσω εκεί που ακόμα
ούτε μανάδες ούτε χτίστες
έχουν γεννηθεί
εκεί που ερωτοτροπεί
παρθένα ακόμα
με τον Θάνατο
η Ζωή.

Μα είναι δέλεαρ μεγάλο αυτό το «ΝΑΙ».
Το Ν είναι τρόπαιο νίκης ένδοξης!
Πώς μπορείς έτσι ευθαρσώς
να το περιφρονείς;
Και πώς στ’αλήθεια περιμένεις
σε τόπο άλλο ν’αναγεννηθείς
χωρίς το Άλφα;
Αν κουραστείς;
Δεν είναι μια ανακούφιση να ξέρεις
πως μπορείς πάντα ν’ακουμπήσεις
σ’ ένα Ιώτα στιβαρό;
Κοίτα καλά το «ΟΧΙ».
Δε μοιάζει με μηδέν αυτό το Ο,
τόσο «μικρόν»;
Το Χ ήδη χαλάρωσε,είν’ έτοιμο
ν’ανοίξει διάπλατα τις πύλες του
στο χάος,
το Ιώτα εκείνο
μάταια παλεύει να σταθεί ορθό,
το βλέπεις, παραπαίει.
Μέγιστη σου γίνεται τιμή
να είσαι υπήκοος
ενός σοφού και γέρου Κόσμου.
Σκέψου προτού τον αρνηθείς.
Τι έχει ο άλλος τόπος να σου δώσει;

Το Ν εκείνο
ετράπη σε φυγή
και καμιά Νίκη δεν το καταδέχεται
στεφάνι στο κεφάλι της.
Το Άλφα κείτεται
με ανοιχτά τα σκέλια
μεθυσμένο
από μιας τάξης ανωτέρας κι ησυχίας
το ακριβό κρασί
και δε γεννά
ούτε μια άναρθρη κραυγή.
Το Ιώτα βιάστηκε να διπλωθεί ·
σαν υπηρέτης δουλικός
να υποκλιθεί.
Μπορεί το «όχι» να ’ναι όπως τα λες.
Μα δε γυρεύω να φωνάξω αυτό που δείχνεις.
Κι αν ένα τέτοιο
πάει το στόμα μου ν’ αρθρώσει
κάλλιο έχω
με τα ίδια μου τα χέρια
ν’ ανοίξω διάπλατα τις πύλες
κατάματα να δω την άβυσσο
και να ορμήσω
μέσ’ στο Χάος
μοναχός
χωρίς λέξη καμιά
ποτέ
να ξεστομίσω.

Μαρία Χριστινάκη, 2.7.2015

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments