Ήρθα και πάλι στο καφενείο της παραλίας και κάθησα στην ψάθινη καρέκλα κι ακούμπησα το χέρι στο στρογγυλό σιδερένιο τραπέζι. Ο σερβιτόρος μου ‘φερε τον καφέ στο γυαλιστερό νικέλινο δίσκο με το χοντρό καθαρό νεροπότηρο, με το άσπρο στρουμπουλό φλυτζάνι.

Είναι η γλυκιά εκείνη απογευματινή ώρα που οι μαγαζάτορες της μικρής νησιώτικης αγοράς καταβρέχουν το δρόμο με το πηγαδήσιο νερό και σηκώνουν τις τέντες. Οι φωνές έχουν μίαν ειδική διαύγεια, τα πρόσωπα μια ξεχωριστή εγκαρδιότητα, τα μάτια μια διάθεση εξομολογητική. Γι’ αυτό και δεν παραξενεύομαι καθόλου που με πλησιάζει ένας θαρρετά. Σηκώνομαι πριν ακόμη φτάσει στο τραπέζι μου και του απλώνω το χέρι έτσι σαν να τον περίμενα και έτοιμος να του πω «όχι δεν αργήσατε καθόλου» -γιατί είμαι βέβαιος πως η πρώτη του φράση θα ‘ναι «με συγχωρείτε, άργησα λιγάκι».

Αλλά δε μου λέει τίποτα τέτοιο. Η στιγμή δεν σηκώνει σπατάλες σε μικροευγένειες. Μου σφίγγει το χέρι με συγκινητική εμπιστοσύνη, προσπαθώντας -απ’ ό,τι μαντεύω- ν’ αρθρώσει ένα μεστό χαιρετισμό, που τελικά δεν καταφέρνει να συντάξει κι αφήνει να τον πούνε οι σιωπηλοί μορφασμοί του.

– Καθήστε!

Δεν κάθεται. Μου σφίγγει συνέχεια το χέρι. Είναι κοντός και παχουλός μ’ ένα πρόσωπο μαυριδερό και καλοκάγαθο, σχεδόν παιδικό. Όμως, απ’ τις άκρες των ματιών φεύγουν σα δέσμη αχτίδες οι ζάρες. Δε δείχνει παραπάνω από σαράντα πέντε χρονώ και τα μαλλιά του έχουν κιόλας ασπρίσει. Φορά ένα άσπρο πουκάμισο κι από πάνω ένα μπλε γιλέκο γεμάτο καρφίτσες, βελόνες και κλωστίτσες.

– Καθήστε..!

Ούτε και τώρα δεν κάθεται. Προτιμά να σταθεί όρθιος και να μου πει..»Εσείς δεν με γνωρίζετε, αλλά εγώ σας γνωρίζω..».

– Μα κ’ εγώ σαν να σας γνωρίζω…
– Ίσως εξ όψεως…
– Ο κύριος..;
– Ονομάζομαι Ευάγγελος Π. και ασκώ το επάγγελμα του ράπτου.
– Χαίρω πάρα πολύ, καθήστε.

Κάθεται με το πλάι, ακουμπά τον αγκώνα στη ράχη της καρέκλας, το πρόσωπο στην παχουλή παλάμη του, βάζει τα πόδια διπλοπόδι κι όλος μαζί γέρνει μελαγχολικά προς τα δεξιά. Ύστερα αναστενάζει και με φωνή παραπονεμένη, με βλέμμα διψασμένο για κατανόηση, αρχίζει… «άνθρωποι είμαστε κι εμείς Κύριέ μου…»

– Μα βέβαια..!
– Και είμαστε όλοι το ίδιο, καλοί, κακοί, ψυχροί κι ανάποδοι, όλοι το ίδιο είμαστε..!
– Ναι…
– Δεν είμαστε;
– Είμαστε!
– Θέλω να πω, δηλαδή, ίδιοι εις το βάθος! Διότι εξ όψεως, επιφανειακώς, δηλαδή, διαφέρουμε..
– Μάλλον…

– Κι έχουμε όλοι τον πόνο μας, όλοι!
– Όλοι..
– Και θέμε να τον πούμε..!
– Φυσικό είναι!
– Ναι, αλλά που να τον πούμε..!
– Εξαρτάται..
– Μπα! Εγώ δεν έχω κανένα για να του πω το δικό μου πόνο..Το ξέρετε;
– Όχι!
– Άρα λοιπόν δεν εξαρτάται! Υπάρχει και το μηδέν!
– Κακό αυτό..!
– Έπιασα κι εγώ χαρτί και μολύβι!
– Και;
– Και τον έγραψα..
– Ξαλαφρώσατε έτσι;
– Όχι!
– Γιατί;
– Ξανάπεσα στο μηδέν!
– Πως;
– Δε μου δώσανε καμία σημασία! Κι όμως και καθαρογραμμένα τα είχα και καλά διατυπωμένα και ορθογραφικώς ακόμα το είχα προσέξει το πράμα.
– Με συγχωρείτε κύριε Ευάγγελε, γιατί δεν κατάλαβα. Ποιοι δεν σας έδωσαν σημασία;
– Οι μανδαρίνοι του υπουργείου Παιδείας!
– Ε;
– Αυτό που σας λέω αγαπητέ μου κι ας σας φαίνεται και απίστευτο.
– Όχι, όχι δε μου φαίνεται απίστευτο! Αλλά για εξηγήστε μου. Εσείς στείλατε τον πόνο σας στο υπουργείο Παιδείας;
– Μάλιστα, σε τρία αντίγραφα αντιγραμμένα όλα με το χέρι, διότι εδώ δαχτυλομηχανές δεν έχουμε, αλλά και αν είχαμε εγώ πάλι δεν θα το έδινα εκεί να το γράψουνε διότι επρόκειτο για προσωπικά ζητήματα.
– Ναι, αλλά γιατί στείλατε τον πόνο σας στο υπουργείο Παιδείας;
– Που να τον στείλω;
– Κατ’ αρχήν γιατί να τον στείλετε;
– Και τι να τον κάμω εγώ μοναχός μου, τι μπορώ να τον κάμω, εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος, ράπτης είμαι..!
– Σύμφωνοι, αλλά δεν καταλαβαίνω τι όφελος θα είχατε αν οι μανδαρίνοι του υπουργείου Παιδείας διαβάζανε τον πόνο σας!
– Ας τον ετυπώνανε σε ένα περιοδικό!
– Μα κύριε Ευάγγελε, το υπουργείο Παιδείας δεν έχει καμία σχέση με αυτά!
– Ε τότε τι υπουργείο Παιδείας είναι; Που έπρεπε δηλαδή να απευθυνθώ, στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης ή Δημοσίων έργων; Πέστε μου εσείς που έχετε σχέση με τα γράμματα να καταλάβω κι εγώ!
– Σας παρακαλώ μη θυμώνετε κύριε Ευάγγελε..
– Ωραία, πέστε μου εσείς, εγώ σας είπα είμαι ένας ράπτης, τίποτα παραπάνω..
– Δεν υπάρχει υπουργείο για αυτές τις δουλειές…
– Δεν υπάρχει;
– Όχι!
– Και τι τους εκόστιζε εκεί που το έστειλα, να μου στέλνανε μια απάντηση;
– Τι απάντηση;
– Ξέρω κι εγώ…τώρα τι να σας πω κύριέ μου…έτσι που μου τα λέτε κι εσείς!

Αλλάζει στάση, κάθεται με τα χέρια δεμένα και το κεφάλια βαριά ριχτό στο στήθος, φανερά απογοητευμένος που δεν τον νοιώθω όσο θα ήθελε…
Του ζητώ συγνώμη που ξέχασα να τον ρωτήσω αν θα πάρει καφέ. Δεν απαντά στην ερώτησή μου. Σηκώνει αργά και με μάτι πληγωμένο βαθειά μου λέει σιγά…

– Έχουνε γίνει όλοι μια κλίκα εναντίον μου. Εγώ την παντρεύτηκα γιατί την αγαπούσα… Τι καντάδες, τι γλέντια, τι δώρα… Όλα αυτά για έναν έρωτα, για τίποτις άλλο…
– Κι αυτή;
– Δεν ξέρω. Τότε νόμιζα ότι ξέρω, ότι δηλαδή μ’ αγαπούσε…Τώρα δεν ξέρω.

Παύση και βιαστικό ξέσπασμα!

– Ψέματα λέω, ξέρω και παραξέρω, δεν με αγαπά ούτε με αγαπούσε…

Παύση και συνέχεια.

– Ντρέπομαι να το παραδέχομαι.
– Τότε γιατί σε πήρε;
– Αν δεν έπαιρνε εμένα, ποιόνε θα ‘παιρνε;
– Έτσι…
– Αυτή αγαπούσε ένα Πειραιώτη που είχε ένα μηχανότρατα κι ερχότανε και ψάρευε εδώ από πίσω, στις Μάκαρες. Πουλούσε το ψάρι του και τα έτρωγε όλα εν μία νυκτί. Αγκαζάριζε δυο ταξιά, φόρτωνε μέσα την παρέα του, όλο το σκυλολόι τις μπέκρες και παίρνανε βόλτα τα χωριά και γλεντούσαν όλη νύχτα. Το πρωί περιμένανε εδώ οι οικογένειες και έπαιρνε η κάθε μια το δικό της σηκωτό και τον πηγαίνανε σπίτι. Ακούς χάλι; Τέτοιο ρεμάλι είχε ερωτευτεί η κυρία και τώρα τα πληρώνω εγώ.

– Δεν τον ξέχασε;
– Που να ξέρω, σαμπώς μιλάει… Μια φορά εμένα δεν μ’ αγαπά, αυτή είναι η ουσία! Μου είχανε τάξει ένα σπίτι, δεν μου το δώσανε, μου είχανε μιλήσει για ένα περιβόλι, αν το ‘χεις εσύ άλλο τόσο το ‘χω κι εγώ, μου είχανε πει πως είναι τυχεροί που με κάνανε γαμπρό τους κι ούτε τόση δα χαρά δε μου δώσανε, μήτε σαν το σκυλί τους δεν με κοιτάξανε. Και σαν να μη φτάνανε όλα τούτα, ο αδελφός της, που είναι ράπτης κι αυτός, άνοιξε πρόπερσι ένα καινούργιο μεγάλο εμπορορραφείο και μ’ έσβησε τέλεια! Έχω να ράψω καινούργιο ρούχο πάνω από ένα χρόνο… Μόνο για γυρίσματα και για φαρδοστενέματα έρχονται σε μένα. Κι είμαι καλός τεχνίτης κύριέ μου, είμαι εξαιρετικός τεχνίτης! Ε, δε μπορώ πια, δε μπορώ..!
– Και η γυναίκα σου τι λέει;
– Δεν είναι γυναίκα μου… Είναι αδελφή του αδελφού της, είναι κόρη της μάνα της, είναι και κάτι τις εκείνου του μηχανότρατα και μόνο για μένα δεν είναι τίποτα. Ούτε την κουβέντα μου θέλει, ούτε την αγάπη μου, ούτε να κάνει παιδί δικό μου… Όλη μέρα είναι με τα περιοδικά στο χέρι και διαβάζει ερωτικές ιστορίες κι αναστενάζει και δακρύζει… Και να σκεφτείς ότι κι εγώ αναστενάζω και κλαίω πάι της για τον ίδιο λόγο και δεν παίρνει χαμπάρι… Γι’ αυτό σας λέω… ας με τυπώνανε κι εμένα σε ένα περιοδικό, ας με τυπώνανε να με διαβάσει, να με πονέσει, να σωθώ! Αλλιώς, δεν είναι ζωή η ζωή μου! Δεν είναι!

Είναι έτοιμος να αρχίσει τα κλάματα. Απλώνω το χέρι μου φιλικά στο δικό του. Γυρίζει και με κοιτά με κείνο το βαθιά από μέσα πληγωμένο μάτι να φωνάζει βοήθεια…
Είναι τόσο δυνατή τούτη η απαίτηση που μ’ εκβιάζει και λέω…

– Ησυχάστε κύριε Ευάγγελε. Θα δω τι μπορώ να κάμω…
– Λοιπόν, να τα ζητήσω πίσω από το υπουργείο Παιδείας τα αντίγραφά μου;
– Ναι!
– Και να τα στείλω σε εσάς;
– Σε μένα!

Σηκώνεται, μου σφίγγει το χέρι και προσπαθεί πάλι να συντάξει ένα μεστό χαιρετισμό που τελικά δεν του βγαίνει. Φεύγει. Κάθομαι και προσπαθώ να θυμηθώ αν υπάρχει κρατική υπηρεσία «ελέγχου και βοήθειας ιδιωτικών πόνων και καημών»!
Η μνήμη μου δε με βοηθά! Μόλις γυρίσω στην Αθήνα πρέπει να το ρωτήσω…

Ιάκωβος Καμπανέλλης

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments