Δεν ήθελε να πάει στο δέντρο. Πήγε στο δέντρο.
Δεν ήθελε να καθίσει χάμω. Κάθισε χάμω στο γρασίδι.
Δεν ήθελε να κοιτάξει επάνω. Κοίταξε επάνω,μέσα στα φύλλα.
Δεν ακουγόταν τίποτα μέσα από τα κλαριά πάνω απ’το κεφάλι της. Ούτ΄ ένα πουλί.
Δεν ήθελε να κάθεται εκεί πέρα. Αλλά συνέχισε να κάθεται.
[…]

Μόνη, με τον κήπο που γνώριζε τη μέρα. Μόνη, με τον κήπο που ήταν ξένος τη νύχτα.
Ήταν σαν να συναντάς μια περιπέτεια στην πραγματικότητα. Από το παράθυρο ο κήπος έδινε την εντύπωση πως ήταν γκρίζος.Τώρα όμως… η Νίνα έβλεπε γυαλιστερή βροχή στην πρασιά,μια κόκκινη λάμψη στα τριαντάφυλλα,άσπρο να λαμπυρίζει στις σημύδες, το γαλάζιο του άνθους του καλαμποκιού στις σκιές και το φεγγάρι να καθρεφτίζεται στα τζάμια των παραθύρων. Ήταν μόνη με τον κήπο.
Δε σκεφτόταν αν της είχαν δώσει την άδεια να βρίσκεται εκεί. Δε σκεφτόταν την Εύα και τον Μάρτιν.
Σκεφτόταν τον εαυτό της, που δεν είχε δει ποτέ τον κήπο έτσι. Ίσως αυτός να ήταν ο πραγματικός κήπος.
Η αναπνοή της Νίνας έγινε πιο γρήγορη. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα.
Εκείνη κι ο κήπος. Ανέπνεε μαζί με τον κήπο. Η καρδιά της χτυπούσε μαζί με την καρδιά του κήπου.
Ντουπ ντουπ. Χτυπούσε μεσ΄ απ’το γρασίδι και τα κοιμισμένα δέντρα. Χτυπούσε μεσ΄ απ’τους θάμνους από μαλλί και τη σπειραία από χιόνι. Ντουπ ντουπ.
Ζέπ-πε-λιν-ζέπ-πε-λιν-ζέπ-πε-λιν…
Κι όλα πάλλονταν στον κήπο. Όλα πάλλονταν στο κόσμο που η καρδιά του χτυπούσε μες στη νύχτα.
Σκέφτηκε το αγόρι στο δέντρο.
Έπειτα προχώρησε στο γρασίδι κι άρχισε να πάλλεται κι εκείνη μαζί με όλα τα πράγματα στον κήπο.
[…]

Το παράθυρο της Νίνας την κοιτούσε μ΄ ένα βλέμμα φεγγαριού. Η Νίνα το κοιτούσε κι αυτή.
Σταμάτησε στα σκαλιά και γύρισε προς τον κήπο. Αφουγκράστηκε. Ναι, ο χτύπος της καρδιάς κι η ανάσα ήταν ακόμα εκεί. Είχε θελήσει να πετάξει. Είχε πετάξει στ΄αλήθεια. Μέσ΄απ΄τον κήπο. Πάνω απ΄το γρασίδι. Πάνω στο δέντρο. Μια μοναδική διαρκής αίσθηση πετάγματος. Τέντωσε τα χέρια της στα πλάγια και κοίταξε τις άκρες των δαχτύλων της. «Είμαι πραγματικά τεράστια» σκέφτηκε.
Δεν το είχε ξανασκεφτεί ότι είχε άκρες δαχτύλων.
[…]

Η Νίνα αφουγκράστηκε. Ούτε χτύπος καρδιάς. Ούτε ανάσα. Ούτε ασήμι και μισοσκόταδο.
Μέρα και νύχτα. Σαν δυο διαφορετικά μέρη στο χάρτη. Ο κήπος στο φως της μέρα ήταν ανοιχτός σε όλους.
Στην Εύα και στον Μάρτιν και σ’ όποιον έφευγε κι όποιον ερχόταν.
Ο κήπος στο φως της νύχτας ήταν ανοιχτός σε λίγους. Στη Νίνα και στο αγόρι του δέντρου. Και σε όσους πάλλονταν μες στο φεγγαρόφωτο.
[…]

-Φεύγεις; της είπε.
-Ναι,με περιμένει ο πατέρας μου,είπε εκείνη.
Το αγόρι έμεινε σιωπηλό. Εκείνη στεκόταν ακίνητη.
-Δεν ξέρεις ούτε τ’ όνομά μου,της είπε.
-Όχι, αλλά ξέρω εσένα, απάντησε.
Έφυγε μέσα απ΄τα δέντρα. Η φωνή του την έφτασε.
-Ούτε «ζέππελιν» ξέρεις τι σημαίνει!
-Όχι, του φώναξε κι εκείνη, αλλά ξέρω πως λειτουργεί!
Έπειτα, έγινε σιωπή. Πίσω στο μονοπάτι.
Ξαφνικά, το φεγγάρι έφτασε κάτω, ανάμεσα απ΄τα δέντρα.
Κι η Νίνα έσβησε το φακό.

Tormod Haugen

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments